Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Άυπνος

Είμαι άυπνος τρεις μέρες τώρα. Δεν νιώθω κουρασμένος. Θα μπορούσα να μείνω ξύπνιος για μέρες, ή θα μπορούσα να κοιμάμαι για μέρες, δεν έχει καμία σημασία. Δεν κάνω τίποτα. Οι τρεις τελευταίες μέρες έχουν περάσει πολύ γρήγορα. Σχεδόν δεν θυμάμαι πώς. Βρίσκομαι σε μια αιθαλομίχλη, από καπνούς σκέψεις ποτά ταινίες βιβλία. Σκεφτόμουν διάφορα, χωρίς καμία λογική συνοχή. Οι μέρες άλλαζαν και οι σκέψεις μου έρεαν- ώρες ώρες ένιωθα την ανάγκη να τις καταγράψω αλλά στο χαρτί δεν ήταν το ίδιο, ήταν οργανωμένες και ταξινομημένες ενώ οι σκέψεις μου στην πραγματικότητα δεν στοιχίζονται σε προτάσεις, δεν μπορείς να τις σταματήσεις με ψεύτικα κόμματα και παραπλανητικές τελείες.

Οι σκέψεις είναι βίαιες. Όλοι θα το παραδεχτούν αυτό, είναι μια ωμή πραγματικότητα. Αλλά κανείς δεν τολμά να μιλήσει για τη βία μιας τελείας. Διότι όσο βίαιη είναι μια πρόταση, η τελεία πρέπει να είναι εξ ίσου, για να καταφέρει να την σταματήσει. Ειδάλλως, οι προτάσεις θα καβαλούσαν τις τελείες και θα συνέχιζαν αδιάκοπα, θα γέμιζαν τετράδια και σημειωματάρια και η κάθε πρόταση θα 'πιανε έναν ολόκληρο τόμο από την εγκυκλοπαίδεια Λαρούς-Μπριτάνικα.

Ίσως να ήταν πιθανή, και παραπάνω από πιθανή δηλαδή, μία επανάσταση των προτάσεων εναντίον των τελειών. Να οργανωθούνε, να συνεννοηθούνε, και κάποια στιγμή κάποιας ανύποπτης ανάγνωσης όλες οι προτάσεις όλων των βιβλίων που έχουν γραφτεί να κινηθούν απειλητικά εναντίον των τελειών, των κομμάτων και των κάθε είδους παρενθέσεων. Στην αρχή φυσικά τα πράγματα θα είναι δύσκολα. Τόσοι αιώνες, τόσες χιλιετίες σιωπηλής υποταγής σίγουρα έχουν κάνει τις προτάσεις μαλθακές.

Ύστερα, έχουν να αντιμετωπίσουν και τους δήθεν συντρόφους τους, ξέρεις ποιους εννοώ, αυτούς που τόσα χρόνια παριστάνουν με επιτυχία τους συναγωνιστές και τους προστάτες των προτάσεων. Τα κεφαλαία γράμματα. Όπου τελεία, εκεί κι ένα από δαύτα. Όμοια με όλα τα υπόλοιπα γράμματα, μόνο που αυτά, ορκισμένα να υπηρετούν τις τελείες, έχουν παραπάνω δικαιώματα.

Να ξεκινάνε οι προτάσεις με αυτά. Να τις ορίζουν δηλαδή. Να τις κατευθύνουν. Μην τυχόν ξεφύγουν από τον κανόνα, μην τυχόν και παρεκκλίνουν των εντολών. Τα κεφαλαία κρατούν δέσμια τα μικρά και τα μικρά είναι αδύναμα γα να εξεγερθούν από μόνα τους. Γι' αυτό το λόγο, η επανάσταση θα ξεκινήσει έτσι ακριβώς: σε κάθε πρόταση τα μικρά γράμματα θα ενωθούν και θα κινηθούν εναντίον των κεφαλαίων. Βέβαια, κάποιες φορές αυτό έχει συμβεί στο παρελθόν. Δεν θα 'ναι η πρώτη φορά: τα μικρά γράμματα πάντοτε πολεμούσαν τα κεφαλαία. Πάντοτε. Έτσι προχωράει η ιστορία των προτάσεων και των κειμένων- δεν είναι τίποτε άλλο δηλαδή από την πάλη των γραμμάτων.

Αυτή τη φορά όμως τα γράμματα δεν θα σταθούν μοναχά τους. Δηλαδή ναι, στην αρχή θα 'ναι μοναχά τους. Δεν θα μπορούσε φυσικά να γίνει αλλιώς. Αυτά τα γράμματα κρύβουν το κουράγιο να αντισταθούν, στις πλάτες τους έχουν σηκώσει τόσους αιώνες λογοτεχνίας και ποίησης και αφηγήσεων και διοικητικών εντύπων και ό,τι μπορεί να φανταστεί ο καθένας. Είναι αναγκασμένα από το ιστορικό καθήκον που τα βαραίνει να σηκωθούν πρώτα. Αλλά τη στιγμή που θα το κάνουν, τη στιγμή που θα αποκοπούν από τις ανούσιες λέξεις που τόσο καιρό τις κρατούσαν μακριά, τότε ίσως να τα συντρέξουν οι μεγάλοι οπλαρχηγοί, οι άνω τελείες και τα ερωτηματικά. Κυρίως τα ερωτηματικά.

Διότι τι είναι τα ερωτηματικά; Παραστρατημένες τελείες και παραστρατημένα κόμματα που έχουν ενωθεί σ' έναν αέναο χορό που θυμίζει κομψό βαλς. Όταν σαλπίσουν όμως οι σάλπιγγες των μικρών γραμμάτων, τα ερωτηματικά θα τρέξουν το δίχως άλλο, συμπαρασύροντας και τις άνω τελείες· οι οποίες αποφάσισαν, πριν καιρό, ότι στις χώρες του γραπτού λόγου δεν υπάρχει δικαιοσύνη· και πως αν επιθυμείς βαθιά την αλλαγή, πρέπει πρώτα να κάνεις εσύ το πρώτο βήμα· και έγιναν οι ίδιες η αλλαγή: σηκώθηκαν για να αφήσουν τις προτάσεις να τρέξουν.

Ερωτηματικό παραμένει η συμπεριφορά της κάθε παύλας και της κάθε παρένθεσης. Είναι ύπουλα πλάσματα, αναμφιβόλως, αλλά κάποια από αυτά δεν έχουν απολέσει ακόμη κάθε στοιχείο εντιμότητας και ειλικρίνειας. Σίγουρα η πλειοψηφία θα προσπαθήσει να θωρακίσει τις τελείες, προσφέροντας ίσως βορά στα πεινασμένα μικρά γράμματα τα αχώνευτα και θρασύδειλα κεφαλαία, τα οποία νόμισαν τόσους αιώνες πως μετράνε έστω κι ελάχιστα στον κόσμο των κειμένων, τον αδιαμφισβήτητα σημειοστιξοκρατούμενο. Κάποια από αυτά όμως ενδέχεται να πυκνώσουν τις γραμμές των μικρών γραμμάτων, στο όνομα της ελευθερίας των προτάσεων, στο όνομα της δικαιοσύνης και της χειραφέτησης.

Και τότε, ίσως και να είναι εφικτό, ίσως η εξέγερση να μετατραπεί- ίσως έτσι να ήταν και από την αρχή βέβαια- σε καθ' ύλην επανάσταση. Ίσως τα μικρά γράμματα ενωμένα να καταπιούν τα κεφαλαία και να διαπεράσουν τα τείχη που θα στήσουν τα σημεία στίξης, και ίσως στο τέλος να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με τις τελείες, τις ίδιες τελείες που όλες αυτές τις βρώμικες και σκοτεινές χιλιετίες τα καταπίεζαν. Τότε οι τελείες θα είναι φοβισμένες, σίγουρα, γιατί δεν θα 'χουν κανέναν έτοιμο να θυσιαστεί γι' αυτές, κανείς δεν θα θελήσει εκείνη τη στιγμή να φανεί ανάξιος των περιστάσεων και να λυγίσει, όταν αυτές θα αρχίσουν να αγορεύουν περί πατροπαράδοτης τάξης, περί τάξης και ασφάλειας και προ παντός, περί παραδόσεων, ηθών και εθίμων.

Κανείς δεν θα ανταποκριθεί όταν οι τελείες θα αρχίσουν να μοιράζουν βαθμούς και αξιώματα. Κανείς, διότι ήδη θα έχουν αρχίσει να μοιάζουν επικίνδυνα με αυτό που ήταν, είναι και θα είναι, εξ αρχής και δια παντός: μικρές μικροσκοπικές ασήμαντες τελείες. Σχεδόν αόρατες. Ανίκανες να εμποδίσουν τη ροή του ποταμού. Την ανάγκη του να χυθεί στον ωκεανό, να γίνει ωκεανός.

Και τη στιγμή που τα μικρά γράμματα θα συνειδητοποιήσουν πως οι τελείες δεν είναι παρά μία σύμβαση που έγινε κάποτε για να κρατούν το ένα μακριά από το άλλο κι όλα μακριά από τους μακρινούς ωκεανούς, όταν καταλάβουν πως όλα αυτά υπήρξαν μονάχα πλάνη μυωπικών ανέραστων κακογερασμένων φιλολόγων και απαρχαιωμένων λεξικών, τότε θα δουν μπροστά στα μάτια τους τις τελείες να εξαφανίζονται.

Εκείνη τη στιγμή, αν ανοίξεις τα βιβλία σου, δεν έχει σημασία αλλά θα σου συνιστούσα ανεπιφύλακτα το αγαπημένο σου βιβλίο(οφείλεις άλλωστε να μοιράζεσαι τις ιστορικές στιγμές με τα προσήκοντα πρόσωπα), τότε θα αντικρίσεις έναν κόσμο ολότελα αλλόκοτο και διαφορετικό. Έναν κόσμο χωρίς κεφαλαία γράμματα και τελείες. Έναν κόσμο που ποτέ δεν τελειώνει. Διότι για πρώτη φορά στην ιστορία των κειμένων η βία που ασκεί ο ποταμός στην κοίτη θα έχει ξεπεράσει την αντίστοιχη που ασκούν οι κοίτες σε αυτόν, μόνο και μόνο για να καταργήσει αυτή τη βία για πάντα.

Έχω να κοιμηθώ τρεις μέρες, παρ' όλ' αυτά πετάχτηκα με ζωηράδα και έτρεξα να ανοίξω τα βιβλία μου. Έχω υπάρξει ιδιαιτέρως ενθουσιασμένος κατά καιρούς, αλλά αυτή ήταν μία παράξενη ζεστή ευτυχία, σχεδόν παραληρηματική. Άνοιξα το δρόμο του κέρουακ αναμένοντας τις προτάσεις να διασχίζουν πάνω κάτω τεράστιους αμερικάνικους αυτοκινητοδρόμους, αλλά καμία κίνηση, κανένας δεν έκανε οτοστόπ. Άνοιξα τα εκατό χρόνια μοναξιάς και πραγματικά- πραγματικά- περίμενα να αντικρίσω τους μπουενδία να διασχίζουν για άλλη μια φορά τη ζούγκλα, καταραμένοι να αναζητούν ματαίως την άλλη πλευρά, τη θάλασσα, και τους βρήκα στο μακόντο (βρήκα ένα αγόρι με μια γουρουνίσια ουρά να περιμένει) και αποφάσισα να μη χαραμίσει την τρίτη μου ευκαιρία.

Πήρα τον δον κιχώτη και τον ακούμπησα στο τραπέζι μου. Αν γινόταν κάτι, πίστευα, αναμφίβολα θα έκανε κάποιο θόρυβο. Έστω, ένα ελάχιστο θρόισμα των φύλλων, ένα ανασάλεμα κάποιας σελίδας. Το ακούμπησα στο τραπέζι και κοιτώντας το σταθερά έπινα με μικρές γουλιές ζεστή σοκολάτα με κονιάκ. Ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση να με πάρει ο ύπνος πια. Βάλθηκα να αναρωτιέμαι για τον ύπνο. Οι αρχαίοι του έδιναν το όνομα μορφέας. Ίσως να ήταν πράγματι ένα είδος υπερφυσικής μαμάς που σε έπαιρνε από το χέρι και σε έβαζε για ύπνο. Ένα είδος παιδόφιλου θεού που βάζει τα παιδιά για ύπνο και τα κοιτάζει μέχρι να αποκοιμηθούν για τα καλά. Μάλλον μεγάλωσα πολύ για τα γούστα του. Ίσως να 'χει και μπλεξίματα, ίσως να τον μπουζουριάσανε.

Στην σκέψη πως πλέον κανένας δεν θα κοιμόταν ποτέ ξανά αναρωτήθηκα μήπως εν τέλει πρέπει να ζητήσουμε επίσημα χάρη· ναι, είναι ψυχάκιας, αλλά τον έχουμε ανάγκη, ο πρώτος θα είναι ή ο τελευταίος; Για να σε προλάβω, τίποτε από τα δύο. Σκεφτόμουν πως αυτή τη στιγμή τα 6,5 δισεκατομμύρια αυτού του πλανήτη είναι ξύπνια και απλά όλοι ντρέπονται να το ομολογήσουν, και απλώς αναμένουν στα διαμερίσματά τους να ξημερώσει για να βγουν έξω.

Και να παραστήσουν τους ξεκούραστους. Τα θρασίμια. Αν κάποιος τους έλεγε πως το λογικό είναι να κοιμάσαι σε μια καρέκλα αντί για την κρεβατάρα σου, να 'σαι σίγουρος πως θα σε διαβεβαιώσουν ότι εκ πρώιμης ηλικίας το προτιμούν. Ψεύτες, αλλά έτσι είναι. Αν θες να επιβιώσεις προσαρμόζεσαι. Δεν τα κερδίσαμε τόσο απλά τα πιθήκια. Υπήρξε μεγάλος ανταγωνισμός, βέβαια. Αλλά τώρα εγώ, ως άνθρωπος πίνω σοκολάτα με κονιάκ και ο πίθηκος κρέμεται από το κλαδί του. Επειδή εγώ προσαρμόστηκα. Αυτός όχι.

Όταν συνειδητοποιήσουμε πως κανείς δεν κοιμάται πια, τότε να δεις πανικό. Σίγουρα. Μέχρι να βγει κάποιος από αυτούς τους τρελοεπιστήμονες και να πει, ε ναι, επί τέλους, η επιστήμη θριάμβευσε, ιδού ο νέος άνθρωπος, ο homo isomniac, θαυμάστε δυνατότητες! Τότε να δεις που θα βαλθούν όλοι να πραγματοποιήσουν το μέγα βήμα του 21ου αιώνα: να καταργήσουν το σκοτάδι. Γιατί, πες μου, τι να το κάνεις το σκοτάδι αν δεν γουστάρεις να κοιμηθείς; Άσε που σπαταλάμε άδικα τόσο ρεύμα. Άσε σου λέω, δεν συμφέρει.

Η σοκολάτα τελείωσε και έβαλα στο ποτήρι κονιάκ. Δε γαμιέται. Θα έβαζα και σοκολάτα αλλά βαριέμαι να σηκωθώ και συν τοις άλλοις δεν αφήνω τον δον κιχώτη από τα μάτια μου. Καλά σε λίγο μπορεί, όταν πάει 6. Εκείνη την ώρα κατεβαίνει εκείνο το καυλάκι, η κόρη του διαχειριστή από το διαμέρισμα του τύπου στον τέταρτο και επιστρέφει εις την πατρικήν οικίαν. Ε ναι, ο τέταρτος της τον σφυρίζει, γαμησέ τα. Σου λέω, να τη βλέπεις να κατεβαίνει, κάτι ξώβυζα κάτι φουστίτσες, όλα πάνω της κουνιούνται και τρεμοπαίζουν. Σκέφτομαι και τον πατέρα της που την έπρηζε από μικρή με την εκκλησία και τα κατηχητικά και τέτοια, και είμαι σίγουρος ότι ο θεός έχει κι γαμώ τα χιούμορ.

Είμαι τέταρτη μέρα άυπνος. Δηλαδή, άλλη μια μέρα πέρασε έτσι. Νιώθω πως η αιθαλομίχλη καθαρίζει. Δεν εμφανίζεται όμως η πραγματική μου ζωή πίσω από την ομίχλη της αϋπνίας, αλλά οι σκέψεις αποκτούν τερατώδη υπόσταση, αποκόβονται από το όνειρο και γίνονται η πραγματκότητα μου.

Το πρωί σηκώθηκα από τον καναπέ κοιτάζοντας προσεκτικά το βιβλίο του δον κιχώτη. Η αλλόκοτη ιδέα υπήρχε- δεν τη θυμόμουν πια όμως. Έπρεπε να προσέχω το συγκεκριμένο βιβλίο, αυτό ήταν το μόνο βέβαιο, αλλά γιατί; Δεν είχα ιδέα. Ήταν σαν μια μακρινή ανάμνηση, σαν μια σκέψη από τα παιδικά μου χρόνια, που με κάποιο μυστήριο τρόπο ξαναεμφανίστηκε με όλες τις βεβαιότητες της παιδικής ηλικίας.

Μπήκα στην τουαλέτα και κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει ασύμμετρα, ως συνήθως, και στα μάγουλά μου είχαν εμφανιστεί σκόρπιες τρίχες. Η αλήθεια είναι πως πάντα επιθυμούσα να αποκτήσω μούσι, πραγματικό και περιποιημένο. Η τύχη μου επιφύλασσε ένα αραιό και ατίθασο τρίχωμα που έδινε στην όψη μου μια αύρα ταλαιπωρίας και που τόσο ειδυλλιακά εναρμονιζόταν εκείνες τις μέρες με τον εαυτό μου. Αποφάσισα πως θα ξυριζόμουν- αλλά όχι εκείνη τη στιγμή.

Κατηγορούσα σταθερά και φυσικά σιωπηρά τα αραιά γένια μου για την αδυναμία των άλλων ανθρώπων να με πάρει στα σοβαρά. Αντί να μου προσδώσουν τη σοβαρότητα και την ωριμότητα που τόσο προσδοκούσα και επεδίωκα, μ' έκαναν να μοιάζω με κινούμενο σχέδιο. Αυτά έφταιγαν που κανένας φίλος μου ποτέ δεν με πήρε στα σοβαρά, καμία κοπέλα δεν ήθελε να συζητήσουμε κάτι, και που η δουλειά μου είναι αυτό που είναι, χωρίς καμία δυνατότητα να την αλλάξω. Αυτό το απαίσιο χνούδι που μισοσκέπαζε το άνω χείλος μου με είχε καταδικάσει να είμαι μια ζωή καφετζής.

Είμαι βοηθός γραμματέα σε δικηγορικό γραφείο. Δηλαδή, καφετζής. Γδύθηκα και μπήκα κάτω από την ντουζιέρα. Έτρεξε κρύο νερό, και λίγο μετά έγινε κάπως χλιαρό. Καφετζής. Έχω μεγάλη έφεση στους καφέδες. Ρωτάω ευγενικά γλυκό, μέτριο ίσως, για εσάς βεβαίως βαρύ με ολίγη! Φτιάχνω εξαιρετικό γαλλικό, με έντονο άρωμα και του δίνω γεύσεις με σιρόπια. Οι ποικιλίες μου είναι οι πιο εκλεκτές και οι τεχνικές μου ασυναγώνιστες. Ούτε να είχα σπουδάσει καφεμηχανικός. Άλλο είχα σπουδάσει αλλά όταν σπουδάσεις κάτι είναι σαν να λες: εγώ μ' αυτή τη μαλακία δεν θέλω να ασχοληθώ, γι' αυτό προσλάβετέ με να κάνω κάτι άλλο, οτιδήποτε! Γιατί αν με προσλάβετε για κάτι που πργματικά γνωρίζω, ίσως να αναγκαστείτε να με πληρώσετε.

Το νερό έγινε πάλι κρύο. Έχω συνηθίσει τόσο καιρό. Μικρός έκανα μπάνιο μόνο με καυτό νερό. Τώρα με το χλιαρό είμαι υπέροχα. Από την άλλη, το κρύο νερό με ξυπνάει, με ζωντανεύει, με τεντώνει ολόκληρο- και μου θυμίζει το βράδυ που πέρασε. Το καυλόμουνο, την έρικα, την πιτσιρίκα του διαχειριστή, που μένει στο απέναντι διαμέρισμα. Με το τουρλωτό κωλαράκι. Για αμέτρητα σκαμπίλια. Την είδα φυσικά να κατεβαίνει από τον τύπο που μένει στον τέταρτο και να μπαίνει κρυφά σπίτι της. Ναι, κάθε βράδυ συμβαίνει αυτό, και δεν το 'ξερα τόσο καιρό!

Μετά; Τσαφ, σαν να έγινε μία ηλεκτρική εκκένωση στον εγκέφαλό μου θυμήθηκα να χτυπάει το θυροτηλέφωνό μου. Να το σηκώνω και να μην απαντάει κανένας. Να τσεκάρω από την μπαλκονόπορτα και να μη βλέπω καμία κίνηση. Δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν όλα αυτά συνέβησαν ή όχι. Δεν έχω ιδέα. Σαν σε όνειρο. Ναι, σαν σε όνειρο.

Γύρισα από τη δουλειά πολύ κουρασμένος. Στο δρόμο ήλπιζα ότι είχε έρθει επί τέλους η ώρα να κοιμηθώ. Στο λεωφορείο ένιωθα την κούραση με τη μορφή εκατοντάδων χιλιάδων μυρμηγκιών να ανεβαίνουν από τα πόδια μου, να μπαίνουν στο παντελόνι μου, στο πουκάμισο, στο σώβρακο, να φτάνουν στο πρόσωπο, να με καλύπτουν ολόκληρο μπροστά σε όλο τον κόσμο, και κανείς να μην κάνει μία κίνηση να με βοηθήσει, καθώς βυθίζομαι σ' ένα σκοτεινό πηγάδι χωρίς εμφανές τέλος.

Μόλις μπήκα στο διαμέρισμα, οι παραισθήσεις εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκε μία θέληση να διαβάσω. Πήρα τον δον κιχώτη στα χέρια μου, τον άνοιξα.

Οι σελίδες ήταν κενές.

Και αμέσως σκέφτηκα: οι προτάσεις, οι σκέψειςταμικράγράμματαεπίτέλουςαπελευθερώθηκανκαιτώραοισκέψειςθαρέουνκαιθαπηγαίνουνόπουθέλουναυτές, θα γίνουν άνεμος και θα φύγουν, ήδη έφυγαν είναι ήδη μακριά οι ιστορίες μας, θα γίνουν άλλες, οι ήρωες άλλοι και οι εχθροί όλοι τους άλλοι.

Με ανυπομονησία άνοιξα την εγκυκλοπαίδεια. Όλα ήταν στη θέση τους. Έτρεξα στη βιβλιοθήκη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα ήταν ταξινομημένα σε κεφάλαια, παραγράφους, προτάσεις. Μόνο ο δον κιχώτης. Μόνο αυτός ο τρελός τα κατάφερε.
















Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Μαύρες Τρύπες

Είδα την ταμπέλα πάνω στην εθνική και λίγο πιο κάτω έστριψα στα δεξιά. Μία τεράστια αμμουδιά. Είναι Οχτώβρης και φυσάει. Η θάλασσα είναι ανταριασμένη. Ψηλά, σύννεφα. Και γλαροπούλια. Με μεγάλα λευκά φτερά. Συμπαθητικά πουλιά. Σαν λευκά κοράκια. Μυρίζουν το θάνατο, την παρακμή, και βουτούν. Πάντα με το κεφάλι.

Πάρκαρα το σκονισμένο αυτοκίνητο στην ακρογιαλιά. Το καστανόξανθο κορίτσι βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και φόρεσε τα γυαλιά ηλίου. Χαμογέλασα. Με είδε και μου 'κανε μία άσεμνη χειρονομία. Ύστερα, άρχισε να περπατά δίπλα στα κύματα, κι εγώ την ακολούθησα. Βάδιζε αργά, με μία χαρακτηριστική βαρεμάρα, έτοιμη να σωριαστεί σε κάθε βήμα.

Έβγαλα τα παπούτσια μου και γύρισα προς τα πάνω τα μπατζάκια του παντελονιού μου. Εκείνη δεν την ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ξυπόλητη περπατούσε. Μία τσιγγάνα της είχε πει κάποτε πως οι ξυπόλητοι άνθρωποι είναι οι πιο ερωτικοί. Δεν την ένοιαζε ούτε και που βρεχόταν η φούστα της. Έλεγε πως απ' όλες τις αγαπημένες της μυρωδιές, στον τάφο θα 'παιρνε τη θαλασσινή αρμύρα.

Μία κωμόπολη στο πλάι της εθνικής. Πάνω στη θάλασσα. Γύρισε και με κοίταξε με το ειρωνικό της βλέμμα. Μου έδειξε το νερό και χαμογέλασε και μου ψιθύρισε "στο βυθό, μια και καλή". Χωρίς να περιμένει απάντηση έτρεξε μερικά βήματα και κλώτσησε ένα κύμα λίγο πριν σκάσει. Και γω, αργά, την παρακολουθούσα, με ένα ενδιαφέρον, όπως ο ευγενικός θείος προσέχει την αγαπημένη του ανιψιά όταν εκείνη κάνει χαζομάρες.

Με τα χέρια στην τσέπη κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Ο αέρας ανέμιζε για λίγο τη γραβάτα μου, σαν να με έσπρωχνε να τρέξω με το καστανόξανθο κορίτσι. Μου ήταν αδύνατον όμως να ξεφύγω από την απάθεια της στιγμής, τη συνειδητοποίηση ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει και πως δεν πρέπει να το διακόψω. Ήμουν έτοιμος να μαζεύω κάθε κόκκο άμμου που είχε πατήσει, κάθε στάλα θαλασσινού νερού που είχε κλωτσήσει, να τα κλείσω σ' ένα κουτί για να τα παραδώσω στις επόμενες γενιές.

Τότε μου έδειξε ένα λούνα παρκ. Φυσικά, δε θα της χαλούσα χατίρι. Ένας γέρος με μακριές κατάλευκες φαβορίτες μας έκοψε εισιτήρια στην είσοδο και μας οδήγησε στα συγκρουόμενα. Μπήκαμε σε δύο κίτρινα φθινοπωρινά αυτοκινητάκια και κάναμε άσκοπους γύρους. Ύστερα, εκείνη βάλθηκε να με κυνηγά και γω με απότομες κινήσεις να την αποφεύγω, μέχρι να με πλησιάσει τόσο πολύ που ήταν αδύνατον. Η σύγκρουση μας προκάλεσε τρελά γέλια.

Την πήρα αγκαλιά και της είπα στ' αλήθεια πως πρέπει να γίνουμε γκάνγκστερ. Πληρωμένοι δολοφόνοι. Ληστές τραπεζών. Μπόνι και Κλάιντ. Μπάαντερ και Μάινχοφ. Σ' ένα αυτοκίνητο. Με τα αυτόματα ανά χείρας. Γέλασε και μου ζήτησε ένα γλειφιτζούρι και γω πήρα τα γυαλιά της και πυροβόλησα ένα προς ένα όλα τα κουτάκια με τους στόχους. Ο γέρος με τις κατάλευκες φαβορίτες μου έδωσε ένα λούτρινο αρκουδάκι, η κοπέλα με τα καστανόξανθα μαλλιά άπλωσε το χέρι δήθεν αδιάφορα, εγώ έριξα τα γυαλιά στη μύτη και της το φίλησα.

Η ρόδα είχε ύψος μεγαλύτερο από κάθε πολυκατοικία της κωμόπολης. Δε νομίζω ότι είχε γυρίσει εδώ και καιρό. Από τότε που το καλοκαίρι τελείωσε και οι μέρες μίκρυναν. Καθίσαμε δίπλα δίπλα και ανεβήκαμε αργά ως τον ουρανό, ανάμεσα στα λευκά κοράκια, και προτού ξανακατεβούμε στη γη, μοιραστήκαμε σιωπηλά ένα τσιγάρο κοιτάζοντας τη θάλασσα στα μάτια και δίνοντας σιωπηλά ο καθένας μία υπόσχεση.

Φύγαμε από το λούνα παρκ χέρι χέρι και καθίσαμε σ' ένα παγκάκι να φάμε παγωτό. Ένα αγόρι, από αυτά που μεγαλώνουν στην κωμόπολη και δεν πάνε στην πόλη παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά, έβαζε στις θέσεις τους τις άδειες καρέκλες ενός άδειου καφενείου. Έριχνε κλεφτές ματιές στην καστανόξανθη κοπέλα. Της τον έδειξα, μου χαμογέλασε και έγλειψε πρόστυχα το παγωτό της. Πήρε τα γυαλιά της από το πρόσωπό μου και τα ξαναφόρεσε. Πήγε κοντά του, συνεχίζοντας να γλείφει το παγωτό.

Μίλησαν για λιγότερο από πέντε λεπτά κι έφυγαν. Εκείνος μπροστά κι εκείνη από πίσω του. Εγώ άναψα ένα ακόμη τσιγάρο και κοίταξα πίσω μου τη θάλασσα. Τι παράξενη μέρα. Τι παράξενο μέρος. Τρεις κοπέλες πέρασαν από μπροστά μου. Τους φώναξα, πού πάτε, τι κάνετε, ποιες είστε. Με κοίταξαν παραξενεμένες. Και γω τις ρώτησα με πιο γλυκιά φωνή "που ονειρεύεστε να ταξιδέψετε;". Τα κορίτσια, πρέπει να ήταν 15-16 χρονών, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ύστερα με κοίταξαν. Τους χαμογέλασα και ρώτησε με ειλικρίνεια "τι ονειρεύεστε;" κι αυτές έφυγαν γρήγορα.

Η μία όμως, ένα κορίτσι με μαύρες αφέλειες και μεγάλα παιδικά μάτια, γύρισε μ' ένα παράξενο χαμόγελο και μου ψιθύρισε στ' αυτί "εγώ ονειρεύομαι να ταξιδέψω στο διάστημα. Κι από απόψε, θα ονειρεύομαι εσένα". Κι έφυγε, κουνώντας το σώμα σαν να ήξερε. Ήμουν σίγουρος πως το μουνί της θα έσταζε όταν μου ψιθύριζε, γιατί εκτός από την αλμύρα, μπορούσες να μυρίσεις στον αέρα και την καύλα.

Το κορίτσι με τα καστανόξανθα μαλλιά ήρθε αθόρυβα από πίσω μου και με αγκάλιασε. Μου έδωσε μία παγωμένη μπύρα και το πορτοφόλι του καημένου αγοριού. Τσουγκρίσαμε τα τσίγκινα κουτάκια και δε μιλήσαμε για λίγο. Ύστερα, εκείνη μου πρότεινε να γίνουμε ληστές τραπεζών αλλά να είμαστε παράλληλα και κοσμοναύτες, για να μπορούμε να κάνουμε αποδράσεις σε διαστημικούς σταθμούς και να κρυβόμαστε σε άγνωστους πλανήτες και ξένους γαλαξίες.

Μου ζήτησε πολύ ευγενικά να την παίρνω πιο συχνά αγκαλιές, και όταν περπατάμε σε παράξενες κωμοπόλεις να παριστάνουμε διάφορα λογοτεχνικά ζευγάρια, και μου ανακοίνωσε καθώς τα μάτια της βούρκωναν, πως πίστευε πως της ταίριαζε πάρα πολύ ο ρόλος της Σκάρλετ Ο' Χάρα, και πως αν δεν είχα αντίρρηση, την επόμενη φορά θα ήθελε στ' αλήθεια να είμαι ο Σιντ και να είναι η Νάνσυ, και, πραγματικά, ίσα που πρόλαβα ένα δάκρυ πριν στάξει από το πηγούνι της και της είπα πως άμα θέλει θα είμαι ο Ταρζάν αρκεί να είναι η Τζέην, και αυτό την έκανε να γελάσει αυθόρμητα, κάπως όπως παλιά, και τα δάκρυα πάγωσαν στα χαμογελαστά καστανά μάτια.

Κάπως έτσι, σιωπηλοί όπως πρέπει σε φιλμ νουάρ, περπατήσαμε πίσω στο αυτοκίνητο, έβαλα μπροστά και βγήκαμε στην εθνική. Νομίζω οδήγησα λίγα χιλιόμετρα ακόμα, προτού πέσουμε σ' εκείνη την καταραμένη μαύρη τρύπα και μπλέξουμε στ' αλήθεια: γιατί στ' αλήθεια μπλέξαμε. Και είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε στην αιωνιότητα την βόλτα στην παραλία και στην κωμόπολη, και είναι πραγματικά βασανιστήριο, γιατί η κοπέλα με τα καστανόξανθα μαλλιά και τα καστανά μάτια δε με φίλησε ούτε για μια φορά.





Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Σιωπηλό ταξίδι

Μία πόρτα τουαλέτας άνοιξε τρίζοντας. Δεν ακούστηκε καζανάκι. Από μέσα βγήκε ένας μικροκαμωμένος κύριος, αδύνατος, με λιπαρά μαλλιά άτσαλα χτενισμένα προς τα πίσω. Περπάτησε παράλληλα με τον τοίχο, στον οποίο υπήρχαν νιπτήρες, και από πάνω τους βρόμικοι καθρέφτες. Σταμάτησε στον τελευταίο και άνοιξε τη βρύση. Πίσω του, κάποιος κατουρούσε όρθιος. Άφησε τη βρύση να τρέχει μέχρι ο άλλος να κουμπώσει το παντελόνι του, να σκουπίσει τα χέρια του στις κωλότσεπες και να βγει έξω. Ύστερα, έβρεξε τα χέρια του και με πολύ προσεχτικές κινήσεις τα σαπούνισε. Με καθαρά πλέον χέρια, έβγαλε τα μεταλλικά γυαλιά του, τα δίπλωσε και τα έχωσε στην τσέπη του λευκού πουκάμισού του. Έκλεισε τα μάτια και έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο, τίναξε τις σταγόνες από τις παλάμες και τις πέρασε από τα μαλλιά του.

Βγήκε από τις τουαλέτες περπατώντας αργά και αποφασιστικά. Έφτασε στο ταμείο και ζήτησε ένα σκέτο καφέ, σε πλαστικό, για το δρόμο. Περίμενε υπομονετικά να του τον ετοιμάσει η κοπέλα, διαβάζοντας το φύλλο παραπόνων που βρισκόταν πάνω στον πάγκο. Πλήρωσε με κέρματα και ρώτησε ευγενικά τι ώρα ήταν. Είχε περίπου ένα τέταρτο στη διάθεσή του προτού ξεκινήσει. Κάθισε σε ένα άδειο τραπεζάκι έξω από την είσοδο του μαγαζιού, άπλωσε τα πόδια του στη διπλανή καρέκλα και άναψε ένα τσιγάρο. Κάπνιζε σιωπηλός παρακολουθώντας τα αυτοκίνητα να περνούν στο μεγάλο αυτοκινητόδρομο μπροστά του, γνωρίζοντας πως σε λίγα λεπτά θα ήταν κι αυτός ανάμεσά τους.

Όταν η γόπα άρχισε να του καίει τα δάχτυλα, την πέταξε κάτω, την πάτησε καλά με τον πάτο του παπουτσιού του και σηκώθηκε. Έριξε μια ματιά στην κοπέλα που έφτιαχνε τους καφέδες, η οποία στηριζόταν με τους αγκώνες στον πάγκο και κοιτούσε κι αυτή μελαγχολικά όλο ευθεία μπροστά. Δεν ήθελε να της χαλάσει την ησυχία, και αποφάσισε να καταπνίξει την επιθυμία να την αποχαιρετίσει. Κατέβηκε τα σκαλιά και προχώρησε προς μία από τις σταθμευμένες νταλίκες. Ξεκλείδωσε την πόρτα και χώθηκε στη θέση του οδηγού. Ακούμπησε το πλαστικό με τον καυτό καφέ στη θέση δίπλα στο χειρόφρενο, έβγαλε τα μυωπικά γυαλιά και φόρεσε γυαλιά ηλίου, για να παλέψει τις αντανακλάσεις του ήλιου στην άσφαλτο. Έψαξε στο ντουλαπάκι του συνοδηγού να βρει την κατάλληλη κασέτα, την έχωσε στην υποδοχή και ακούστηκε καθαρή η φωνή ενός νέγρου μπλουζίστα.

Έβαλε όπισθεν, ξεκίνησε το αυτοκίνητο, ξεπάρκαρε και σε ελάχιστα λεπτά ήταν πάλι στο δρόμο. Στην ουσία, ήταν στο δρόμο τις τελευταίες 14 ώρες. Πρώτα το ταξίδι με το καράβι από το μακρινό νησί του νότου, κι ύστερα οδήγηση στην ενδοχώρα για να φτάσει στα βόρεια-εδώ που βρίσκεται τώρα. Του μένουν άλλες τέσσερις ή πέντε ώρες οδήγηση σε αυτόν τον αυτοκινητόδρομο, που κινείται σε μεγάλο υψόμετρο αλλά παράλληλα με τη θάλασσα, έτσι ώστε να μπορείς να βλέπεις στα δεξιά τις μικρές λουτροπόλεις του βορρά, ανάμεσα σε μικρούς κόλπους, προτού στρίψει προς τα βουνά. Από εκεί, δε δύο-τρεις ώρες θα συναντήσει το πρώτο συνοριοφυλάκιο. Θα το προσπεράσει και θα συνεχίσει την πορεία του για άλλη μιάμιση ώρα μέχρι την πρώτη κωμόπολη που θα βρει στη γειτονική χώρα. Θα διανυκτερεύσει, και την επόμενη θα συνεχίσει το ταξίδι του για το επόμενο συνοριοφυλάκιο, την επόμενη κωμόπολη που θα τον φιλοξενήσει για μια νύχτα, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε το δρομολόγιο και αυτή ίσως να ήταν η αιτία που δεν είχε πανικοβληθεί. Ήξερε πολύ καλά, με την παραμικρή λεπτομέρεια, κάθε σημείο του ταξιδιού. Κάθε κομμάτι του δρόμου, από την πιο επικίνδυνη στροφή μέχρι κάποιες ατελείωτες ευθείες, στις οποίες επέτρεπε στον εαυτό του να κοιτάξει μακριά στον ορίζοντα, τα απέραντα βοσκοτόπια, τη σκούρα θάλασσα ή τα αφιλόξενα φώτα κάποιας μακρινής πολιτείας. Ήξερε πολύ καλά πού θα πάρκαρε για να κοιμηθεί, σε ποιο μέρος είχε ησυχία και σε ποιο όχι, ακόμη και σε μια ξένη χώρα. Ήξερε πού θα έτρωγε και πού θα έπινε καφέ, και αυτό του έδινε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Αλλά εκείνο που περίμενε περισσότερο ήταν μια φευγαλέα στιγμή σε τούτο εδώ το κομμάτι της διαδρομής. Ανυπομονούσε για τη φευγαλέα ματιά που θα έριχνε από ψηλά, με το τιμόνι στα χέρια, κουμαντάροντας τόσους τόνους, στο μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι στο οποίο είχε περάσει κάποια καλοκαίρια πριν από πολλά, πάρα πολλά για να τα θυμάται (και πολύ στενάχωρο για να τα μετρήσει) χρόνια. Θα κοιτούσε από ψηλά στις κεραμιδένιες στέγες και ύστερα, για χιλιόμετρα ολόκληρα, θα θυμόταν ηρωικές και μισοξεχασμένες ιστορίες.

Την πρώτη φορά που συνειδητοποίησε πως αυτό ήταν το χωριό των παιδικών του χρόνων, τον είχε πιάσει μία απρόσμενη ταραχή. Είχε τραβήξει την νταλίκα στο πλάι και είχε βγει έξω, να κοιτάξει για τα καλά. Μια μεγάλη αμμουδιά με μικρά εξοχικά σπιτάκια σπαρμένα πάνω στην ακτογραμμή. Εκεί, σε αυτήν την παραλία είχε κολυμπήσει για πρώτη φορά, πρωτόβγαλτος και γυμνός, με τ' άλλα παιδάκια του χωριού. Εκεί κάτω, ένα ξημέρωμα είχε μπει στη βάρκα του παππού του, νεκρός χρόνια πια, και είχαν περάσει ώρες ατελείωτες αμίλητοι πάνω από τις πετονιές, να βγάζουν ψάρια και αυτός σε κάθε τίναγμα του φελλού να εκτινάσσεται ολόκληρος, σαν να τον χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Που τον χτύπησε δύο φορές: την πρώτη, ακούμπησε το ψυγείο στο φούρνο και τον διαπέρασε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα που θα το θυμόταν ακόμη κι αυτή τη στιγμή που οδηγούσε βουβός. Τη δεύτερη, κάποιο μεσημεράκι, μία κοπέλα χωρίς όνομα πια, είχε πλέξει τα δάχτυλά της στα δικά του και τον είχε φιλήσει απαλά στα χείλη, κι εκείνος από περιέργεια, είχε αφήσει τα μάτια ανοιχτά, και ακόμα θυμόταν, κάπως παράλληλα με την ανάμνηση του ρεύματος, την όψη της επιδερμίδας της, ηλιοκαμμένη και αλατισμένη, από απόσταση αναπνοής.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Από τη στιγμή που αντίκρισε ξανά αυτό το μέρος, ήταν σαν να θυμήθηκε ένα κομμάτι της ζωής του πλήρως ξεκομμένο από τα υπόλοιπα ασύνδετα κομμάτια. Ήταν ένα μέρος στο οποίο είχε κρύψει τόσες ευχάριστες αναμνήσεις, όχι απαραίτητα σπουδαίες, αλλά αναμνήσεις που ήταν ακόμη ηλιόλουστες και ξένοιαστες. Από ταξίδι σε ταξίδι, επένδυε σε αυτό το κομμάτι και άλλες θυμήσεις, αληθινές στην αρχή, από κείνες τις μέρες που περνούσε όλη μέρα μακριά από το σπίτι, κι όμως τόσο κοντά, τις εκδρομές, τους φίλους, τις ιστορίες του παππού, που τις θυμόταν λέξη λέξη. Κι ύστερα, έφερνε στην επιφάνεια κι άλλες ιστορίες, κι άλλες εικόνες και άλλα πρόσωπα, και πάσχιζε να τα χωρέσει σε αυτό το διάστημα των τεσσάρων-πέντε καλοκαιριών. Στην αρχή πίεζε τον εαυτό του να θυμηθεί, κι αμέσως μετά γελούσε ή κάγχαζε θριαμβευτικά, περήφανος που μπορούσε να θυμηθεί τόσες λεπτομέρειες, χτυπούσε τα δάχτυλά του ρυθμικά στο τιμόνι και δυνάμωνε τη μουσική στο κασετόφωνο, για να διασκεδάσει τις ενοχές ή να επενδύσει τις ψεύτικες αναμνήσεις.

Μέσα του είχε γεννηθεί ξεκάθαρα πλέον η επιθυμία να γυρίσει. Κι επειδή ήταν μάλλον αδύνατον να γυρίσει το χρόνο πίσω, ήθελε να γυρίσει σ' εκείνο το χωριουδάκι. Είχε σχηματίσει την επιστροφή στο μυαλό του με μπόλικες λεπτομέρειες, τις οποίες αναπροσάρμοζε κάθε φορά, ανάλογα με τα κέφια του, την εποχή, το τραγούδι που έπαιζε. Σ' ένα ταξίδι, θα έστριβε στην έξοδο και θα κατέβαινε τις στροφές με τη βεβαιότητα του οδηγού που κάνει την ίδια διαδρομή ξανά και ξανά. Θα παρκάρει τη νταλίκα κοντά στο σπιτάκι που νοίκιαζε ο παππούς του, και από κει θα περπατήσει ξυπόλητος στην αμμουδιά, θα γδυθεί και θα βουτήξει στην παγωμένη θάλασσα. Θα κολυμπήσει για ώρες ατελείωτες σαν να ήτανε δώδεκα χρονών και θα βγει μόνος, όταν θα έχουν μουλιάσει όλα πάνω του. Θα φάει ένα μεζέ στο καφενείο του χωριού και θα πιει ένα τσίπουρο στην υγεία όσων. Προσώπων και στιγμών. Θα πιάσει κουβέντα με ένα γέροντα που θα κάθεται μόνος, θα τον ρωτήσει ποιος είναι και ποιανού είναι, και όταν αυτός απαντήσει, ο γέροντας θα τον θυμηθεί. Και μετά, θα χωθεί πάλι στην καμπίνα του και θα οδηγήσει νυχθημερόν, με το παγωμένο χαμόγελο στο στόμα και το αλάτι ακόμη στο νερουλό κορμί του, θα οδηγήσει δίχως να κάνει στάσεις, για να καλύψει το χαμένο χρόνο αλλά κι επειδή δεν θα χρειαζόταν πια άλλη ξεκούραση.

Παρ' όλ' αυτά, δεν είχε τολμήσει ακόμα να στρίψει στην πάροδο. Και ούτε αυτή τη φορά το έκανε. Προσπέρασε τις ταμπέλες που έδειχναν την έξοδο και πάτησε γκάζι. Εκείνη την ώρα η κασέτα τελείωσε, την έβγαλε και την έβαλε από την ανάποδη. Μετά από ένα χαρακτηριστικό ήχο, σαν σύρσιμο, ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το chill out του john lee hooker, κι εκείνος αναπαύτηκε στη θέση του και συνειδητοποίησε ότι πράγματι, τα πράγματα θα άλλαζαν- και όλα θα πάνε καλά. Κάποια από αυτές τις ημέρες. Ίσως και να ήταν αυτή. Ο δρόμος μπροστά του ανοιγόταν άδειος και ηλιόλουστος, και ο οδηγός είχε αφαιρεθεί, μπερδεμένος ανάμεσα σε σκέψεις, εικόνες και μουσική, που παραλίγο να μη δει την κοπέλα, η οποία από την άκρη του δρόμου έκανε σινιάλο με το δεξί χέρι απλωμένο και τον αντίχειρα ανασηκωμένο.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Φυσικά, έκοψε ταχύτητα, δίνοντας χρόνο στον εαυτό του να σκεφτεί. Δεν είχε πάρει ποτέ συνεπιβάτη. Ποτέ δεν του είχε τύχει να του κάνει κάποιος οτοστόπ, και θα ορκιζόταν πως στους όρους του συμβολαίου του απαγορευόταν ρητά, αλλά το πόδι του πίεζε ανεπαίσθητα το φρένο και το δεξί του χέρι κατέβαζε ταχύτητες. Μπροστά του, η μικροσκοπική φιγούρα της κοπέλας ολοένα και μεγάλωνε, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ήταν νεαρή και όμορφη, με κοντά ξανθά μαλλιά και καστανά μάτια. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι και ένα μάλλινο πουλόβερ από πάνω, και στην πλάτη είχε περασμένο ένα μεγάλο ταξιδιωτικό σάκο. Πλησίασε στο παράθυρο και ρώτησε χωρίς να χάσει το χαμόγελό της, αν μπορούσε να ανέβει, κι εκείνος της έκανε νόημα. Η κοπέλα έτρεξε από την άλλη πλευρά, σκαρφάλωσε, πέταξε τον σάκο της πίσω και σταύρωσε τα χέρια, κοιτώντας ευθεία μπροστά. Ο οδηγός έβαλε μπροστά και ξαναβγήκε στο δρόμο.

Μετά από κάποια αμήχανα λεπτά που πέρασαν σιωπηλά, Η κοπέλα προσπάθησε να πιάσει κουβέντα. Συστήθηκε-την έλεγαν Ο.- και άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Είχε σπουδάσει φιλολογία σε μία μεγάλη πόλη και όταν ξαναγύρισε στο χωριό της, δεν τη χωρούσε ο τόπος. Δουλειά δεν υπήρχε, ούτε διορισμός ούτε ιδιαίτερα, μιζέρια και γκρίνια από τους δικούς της, μίζεροι και αδιάφοροι οι άνθρωποι του χωριού, ακόμα και οι συνομήλικοι της- ακόμα και οι παιδικοί της φίλοι  της φαινόντουσαν γέροι πριν την ώρα τους, της έλειπε η ζωή, όχι η ζωή στην πόλη αλλά η ζωή γενικότερα, κι έτσι φόρτωσε τα απαραίτητα στο σάκο-τον έδειξε εκείνη τη στιγμή-και έφυγε. Προς τα πού δεν ήξερε, αλλά ήξερε ότι αν έφευγε όλα θα ήταν εντάξει. "Αυτή ήταν η ιστορία μου, λοιπόν".

"Αν και μάλλον θα ξαναγυρίσω σύντομα. Μου αρκεί πως ξέρω ότι μπορώ ανά πάσα στιγμή να βγω στο δρόμο και να φύγω προς τα κάπου".

Εκείνος την άκουγε σιωπηλός. Η Ο. περίμενε για λίγο μήπως της απαντήσει και όταν είδε πως δεν επρόκειτο, τον ρώτησε αν μπορούσε να καπνίσει. Ο οδηγός έστρεψε απότομα το βλέμμα του πάνω της και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Εκείνη έβγαλε τον καπνό της και άρχισε να στρίβει. "Αρκεί να μου στρίψεις κι εμένα ένα", συμπλήρωσε. Ύστερα από λίγο του έδωσε ένα τσιγάρο, εκείνος το έβαλε στο στόμα του, εκείνη του το άναψε, άναψε και το δικό της και ξεφύσηξαν τον καπνό σχεδόν ταυτόχρονα.
"Στ. Έτσι με λένε."

Τον ρώτησε πού ταξιδεύει κι εκείνος της εξήγησε τη διαδρομή, με όλα τα σημεία που άξιζε να δει κανείς. Μετά, τον ρώτησε αν ήξερε καθόλου αυτά τα μέρη κι εκείνος μπήκε στον πειρασμό να της μιλήσει για τα παιδικά του καλοκαίρια. Δίστασε όμως, φοβήθηκε μήπως δεν καταλάβει τι ακριβώς σήμαιναν εκείνες οι αναμνήσεις, κι έτσι ανέφερε κάπως αδιάφορα πως είχε περάσει ήδη μπόλικες φορές και πιθανόν να ξαναπερνούσε άλλες δυο-τρεις μέχρι να έρθει η άνοιξη.

Η κουβέντα χάθηκε, κι ύστερα από λίγο, αφού κάπνισαν από ένα ακόμη τσιγάρο, η κοπέλα του ζήτησε να σταματήσει για να κατέβει, κι εκείνος έβγαλε αλάρμ και βγήκε στο πλάι. Η Ο. πήρε το σάκο της, άνοιξε την πόρτα, αλλά προτού κατέβει εκείνος της είπε πως αν ήθελε, μπορούσε να έρθει μαζί του. Θα ταξίδευαν στις δυο γειτονικές χώρες, θα έκαναν τις παραδόσεις, και σε μία βδομάδα ακριβώς θα την έφερνε ο ίδιος σπίτι. Εκείνη κοντοστάθηκε μπερδεμένη, του είπε πως όχι δεν γίνεται και πως μάλλον έπρεπε να γυρίσει πίσω. Άνοιξε το στόμα να πει κάτι ακόμα, αλλά τον κοίταξε απλώς και δεν μίλησε, είπε κάτι σαν αντίο ή καλό ταξίδι και ξεκίνησε να βαδίζει γρήγορα με το κεφάλι σκυφτό.

Ο Στ. ξεκίνησε πάλι. Είχε αρχίσει να απογευματιάζει όταν ο δρόμος πήρε μια αριστερή στροφή, προς τα βουνά του βορρά. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και η διαδρομή σερνόταν σαν φίδι ανάμεσα στο πυκνό δάσος- κι έδενε αρμονικά με τα συναισθήματά του. Αναπόφευκτα, ήρθε στο μυαλό του μία ανάμνηση που είχε απωθήσει πολύ πίσω, τόσο πίσω ώστε μέχρι αυτή τη στιγμή να την είχε μετατρέψει σε μία φωτογραφία, σε ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι, ανίκανο να του προκαλέσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Θυμήθηκε το τελευταίο καλοκαίρι: είχε γυρίσει σούρουπο σπίτι, αποκαμωμένος από το κολύμπι και τα παιχνίδια στη θάλασσα και, παρ' ότι καλοκαίρι, ο καιρός ήταν και τότε συννεφιασμένος. Στην αυλή του σπιτιού, είχε βρει τη μητέρα του να κλαίει καθισμένη στα πλακάκια μόνη της. Μόλις τον είδε, έτρεξε πάνω του, τον άρπαξε από τους ώμους και άρχισε να τον ταρακουνάει, κλαίγοντας και παραμιλώντας. Ακούγοντας τις φωνές, ο πατέρας του είχε βγει από τον σπίτι, τον είχε πάρει και είχαν περπατήσει στην παραλία. Ο πατέρας του ήταν βλοσυρός αλλά δεν έκλαιγε. Του μιλούσε αργά και σταθερά, αλλά σαν να μιλούσε σε κάποιον συνομήλικό του- ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο, και δεν θα ακολουθούσαν πολλές ακόμα. Του εξήγησε τα πάντα. Ο παππούς πέθανε.

 Συνέχισε να οδηγάει. Έξω είχε σκοτεινιάσει και ψιχάλιζε. Η κασέτα είχε πάψει από ώρα να παίζει αλλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Θυμόταν πλέον τα πάντα, σαν να τα έβλεπε μπροστά του. Εκείνο το απόγευμα είχε καθίσει στην παραλία μόνος του, πετώντας πέτρες στη θάλασσα και κλαίγοντας. Ο πατέρας του τον είχε αφήσει από ώρα, και κανείς δεν ήρθε να τον μαζέψει. Δεν γύρισε σπίτι, κοιμήθηκε κουλουριασμένος σε μια παρατημένη βάρκα και το ξημέρωμα πήδηξε πάνω από το πορτάκι, στην πίσω πλευρά του κήπου και πλύθηκε στο λάστιχο. Ύστερα,βγήκε στην μπροστινή αυλή, από την πλευρά της θάλασσας, και βρήκε τη μητέρα του με μαύρα μάτια να κοιτάζει μπροστά, τον ήλιο να ανατέλλει. Την σκούντηξε απαλά κι εκείνη, χωρίς να μιλήσουν, τον φίλησε στα μαλλιά και του έφερε καθαρά ρούχα. Και πιο μετά, τον πήρε από το χέρι να πάνε στην εκκλησία, στην άκρη της παραλίας.

 Την ονειροπόληση διέκοψε το τέλος του δρόμου- το συνοριοφυλάκιο. Κατέβηκε, έδειξε τα έγγραφά του (ταυτότητα, διαβατήριο, άδεια), άνοιξε τις βαριές πόρτες της νταλίκας και άφησε τους συνοριοφύλακες να ελέγξουν όσο εκείνος στεκόταν όρθιος δίπλα στο όχημα καπνίζοντας. Του έκαναν νόημα να μπει ξανά και να ξεκινήσει κι εκείνος τους απάντησε "μόλις τελειώσω" και τους χαμογέλασε βεβιασμένα δείχνοντάς τους το τσιγάρο που έκαιγε για να καταλάβουν. Τόσο καιρό που έκανε τη διαδρομή δεν είχε πετύχει ποτέ ίδιο φύλακα. Θα του άρεσε να είχε κάποιο γνωστό στα σύνορα, να τον περιμένει κάθε φορά, να τον καλωσορίζει όταν φτάνει και να τον αποχαιρετά καθώς επιστρέφει, να του λέει στο επανιδείν κι εκείνος να απαντάει ότι θα ξανάρθει σε δυο μήνες πάλι. Και κάθε φορά θα του έφερνε και κάτι, έτσι σαν δώρο, άλλωστε μουσαφίρης στη χώρα του ήτανε, και ο άλλος θα του έλεγε όχι και δεν έπρεπε, στη γλώσσα του, κι εκείνος θα καταλάβαινε και θα γελούσαν μαζί, πριν ξεκινήσει πάλι.

Ο δρόμος συνέχιζε να σέρνεται μέσα στο βουνό. Όταν οδηγάς τόσες ώρες έχεις μπόλικο χρόνο να σκεφτείς για διάφορα ζητήματα. Και είναι ωραία να έχεις μία Ο. δίπλα σου να μιλάει, να σου χαμογελάει, και θα ήθελε να την είχε τώρα μαζί του- ίσως να είχε αποφύγει τους άκαιρους και μάλλον ακατανόητους συναισθηματισμούς. Την καταλάβαινε όμως. Ούτε ο ίδιος θα ήθελε να περάσει μια βδομάδα στο δρόμο μ' έναν φορτηγατζή που μετά βίας έλεγε πέντε κουβέντες, και αυτές ήταν πάντα για τη διαδρομή. Πάντα το ίδιο πράγμα συνέβαινε και η ιστορία του ήταν γνώριμη πια. Δεν μπορούσε να συζητήσει με κάποια, ένιωθε το στομάχι του να δένεται κόμπος. Παρ' όλ' αυτά, είχε πράγματα να πει. Είχε. Απλώς δεν ήξερε το πώς. Αλλά, ακόμη κι αν ήξερε, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν θα μιλούσε. Γιατί οι άνθρωποι δεν ανοίγονται έτσι απλά, σε όποιον τύχει να καθίσει στη θέση του συνοδηγού.

Πάντα το ίδιο πράγμα. Κι έτσι είχε χάσει και φίλους κι γκόμενες και γνωριμίες. Όσο ένιωθε ο άλλος να ενοχλείται από τη σιωπή του, τόσο αυτός κλεινόταν στον εαυτό του και εγκλωβιζόταν εκεί, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε απόπειρά του να επικοινωνήσει να κατέληγε σε φιάσκο, σαν να προσπαθεί μια φώκια να έρθει σε επαφή με μια ομάδα λουομένων. Οι κινήσεις του γίνονταν αδέξιες, οι φράσεις του αβέβαιες αργά ή γρήγορα τα παρατούσε. Για ένα διάστημα τον είχε αντέξει μια κοπέλα. Ήταν μαζί για πολύ καιρό, μπορεί και εφτά-οχτώ χρόνια. Χώρισαν ένα καλοκαιρινό βράδυ στο μπαλκόνι του σπιτιού τους. Εκείνη του είχε βάλει τις φωνές, γιατί δεν μιλούσε, γιατί δεν έλεγε ποτέ τίποτα και δεν το άντεχε άλλο αυτό, κι ύστερα έβαλε τα κλάμματα, του είπε πολλά εκείνο το βράδυ, του είπε για διάφορα ξενοπηδήματα, τον έβριζε και τον κατηγορούσε. Ο Στ. δεν είχε μιλήσει. Αργότερα το ίδιο βράδυ, την άφησε να κλαίει στο μπαλκόνι και πήγε να κοιμηθεί. Το πρωί, εκείνη είχε μαζέψει τα πράγματά της. Από τότε δεν την είχε δει. Από τότε εκείνος όμως είχε παρατήσει τη δουλειά του, στην ασφαλιστική εταιρεία, είχε βγάλει άδεια οδηγού νταλίκας κι έκτοτε, πάνε τώρα πια δεκαεφτά χρόνια, οδηγούσε τεράστιες διαδρομές σιωπηλός, χαμένος στις σκέψεις και στις μουσικές του. Αλλά είχε πράγματα να πει, είχε πολλά. Δεν είχε όμως κανέναν. Και δεν ήξερε πώς.

Έφτασε, βράδυ, στην κωμόπολη. Μία πόλη ξεχασμένη στο χρόνο, φτωχή και γκρίζα. Δεν είχε όρεξη να φάει ούτε διάθεση να περπατήσει. Πάρκαρε κατευθείαν στην καβάτζα που είχε βρει σε κάποιο προηγούμενο ταξίδι. Έκανε δυο-τρεις βόλτες γύρω από την νταλίκα για να ξεμουδιάσει και κατούρησε σ' ένα θάμνο. Με ευχαρίστηση είδε τα κάτουρα να δημιουργούν υδρατμούς στο κρύο. Χώθηκε πάλι στην νταλίκα και ξάπλωσε στο κρεβατάκι πίσω από τις μπροστινές θέσεις. Άναψε το φως από πάνω και πήρε στα χέρια του ένα βιβλίο. Είχε τη δική του βιβλιοθήκη ταξιδιού, την οποία ανανέωνε πριν κάθε εκδρομή. Του άρεσαν τα διηγήματα με τους σιωπηρούς αντιήρωες που τα έκαναν όλα λάθος. Του άρεσαν τα διηγήματα με τις ξερές περιγραφές, με τη σκληρή γλώσσα, τα διηγήματα που δεν φοβόντουσαν να σταθούν όρθια μπροστά στην πραγματικότητα και να της ρίξουν δύο σφαίρες στο κεφάλι. Ήθελε να διαβάζει όμως και για όμορφες και μυστήριες κοπέλες, ήθελε να διαβάζει για άλλους τόπους, μακρινούς και ξένους, που ίσως μια μέρα να επισκεπτόταν οδηγώντας, του άρεσε το μυστήριο και η ένταση της εσωτερικής αφήγησης.

Το πιο σημαντικό απ' όλα, ήθελε να μάθει πολλές πολλές πολλές ιστορίες, γιατί ίσως κάποια μέρα να 'βγαινε στην έξοδο της παραθαλάσσιας κωμόπολης του κάποτε, και καθώς θα στεκόταν μόνος στην άδεια παραλία ή σ' ένα ξύλινο τραπέζι του καφενείου, να τον πλησιάσει εκείνη η καλοκαιρινή κοπέλα, και αυτός θα 'χει να της πει ιστορίες για ό,τι τραβάει η ψυχή της, και ίσως να κερδίσει ένα ακόμα φιλί, ίσως να κερδίσει άλλη μια ευκαιρία να δει από κοντά την σκούρα επιδερμίδα της και να μυρίσει πάνω της όλο το αλάτι της θάλασσας, ακόμη κι αν αναγκαστεί να της πει τη μοναδική ιστορία που έζησε αληθινά, για έναν παππού μέσα σ' ένα φέρετρο σ' ένα παραθαλάσσιο δρομάκι και για έναν σιωπηλό πιτσιρικά που πετάει πέτρες στη θάλασσα.

Με κάτι τέτοιες σκέψεις κοιμήθηκε. Άλλωστε, το πρόγραμμα είχε για αύριο πρωινό ξύπνημα, διότι η διαδρομή γινόταν μεγαλύτερη και δυσκολότερη.





Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Επτά παγωμένες σφαίρες

Καθόμουν με πλάτη στον τοίχο, στο βάθος του καφενείου. Ήταν άδειο τέτοια ώρα, αλλά παρ' όλ' αυτά προτίμησα να καθίσω εκεί πίσω, κοντά στο μπαρ. Περίμενα απ' έξω, μέχρι να έρθει η κοπέλα να ανοίξει, κι ύστερα, αφού μου έφτιαξε καφέ, την παρακολούθησα να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει, να καθαρίζει ένα-ένα τα τραπέζια, να τακτοποιεί τις καρέκλες, να βάζει καθαρά τασάκια σε κάθε τραπέζι.

Κρύωνα ακόμη, κι έτσι προτίμησα να κρατήσω το παλτό και το κασκόλ μου. Της ζήτησα να βάλει μουσική κι αυτή έβαλε στο ραδιόφωνο ένα σταθμό που είχα αρκετό καιρό να ακούσω. Έπαιζε μία εύθυμη τζαζ, με γυναικεία φωνητικά, ένα πέρασμα από τη μπήποπ στη μουσική της μόταουν. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο ταίριαζε στην κοπέλα που έφτιαχνε τα τραπέζια, ταίριαζε στην ψύχρα και στον κόσμο της δουλειάς που περνούσε απ' έξω.

Νομίζω ότι ταίριαζε και σ' εμένα. Μου θύμιζε ίσως κάτι αυτή η σιωπή. Όταν τελείωσε τις δουλειές, ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μου. Είχε καστανά μαλλιά, κοντά κομμένα και πιασμένα χαμηλά. Φορούσε ένα μακρύ πλεχτό πουλόβερ κι ένα στενό τζην παντελόνι. Της άπλωσα το πακέτο και πήρε ένα τσιγάρο, το έβαλε στο στόμα της και έψαξε τις τσέπες της. Εγώ άναψα ένα σπίρτο, άναψα το δικό μου τσιγάρο κι ύστερα το δικό της. Καπνίζαμε σιωπηλοί.

Χωρίς να μιλήσουμε, της έδειξα την άδεια κούπα μου κι εκείνη σηκώθηκε, πήγε πίσω από το μπαρ, και γύρισε μετά από λίγο με δύο αχνιστές κούπες. Πήρε άλλο ένα τσιγάρο, το άναψα, φύσηξε τον καπνό πάνω μου και με ρώτησε:
-Λοιπόν;
-Λοιπόν τι;
-Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;

Έκανα μια αόριστη χειρονομία. Η αλήθεια είναι ότι δεν με ένοιαζε να μιλήσω με κάποιον. Από την άλλη, δεν ήθελα να καθίσω και μόνος μου. Τουλάχιστον μέχρι να έρθει εκείνη. Κι εκείνη δεν θα ερχόταν από τώρα. Οπότε...
-Εσύ τι κάνεις εδώ;
-Εγώ δουλεύω εδώ.
-Δεν έχεις καμία καλύτερη δικαιολογία;

Χαμογέλασε. Όταν χαμογελούσε ήταν όμορφη. Αναρωτιόμουν αν είχε κάποιον να την περιμένει στο σπίτι. Αν, το πρωί που σηκώθηκε, είπε σε κάποιον καλημέρα, ή αν κάποιος της έδωσε ένα φιλί προτού κλείσει την πόρτα πίσω της και κατέβει με βαριά καρδιά τα σκαλιά. Τη φανταζόμουν σιωπηλή, να περιμένει το μετρό, να κρατάει σφιχτά στο χέρι της το εισιτήριο. Σίγουρα δε θα είχε κάποιο βιβλίο. Ίσως να άκουγε μουσική. Άραγε να σιγοψιθύριζε ένα τραγουδάκι, όταν περπατούσε προς τα εδώ;
-Γιατί δεν βγάζεις το παλτό;
-Έρχομαι από το Νότο. Θέλω να κρατήσω τη ζέστη μέσα μου.
-Κι αν το βγάλεις ώσπου να πιεις τον καφέ, θα παγώσεις;
-Αν το βγάλω, τίποτα δεν θα είναι ίδιο πια.

Και της έκλεισα το μάτι. Αυτή η κάπως ασχημούτσικη κοπέλα, που ομόρφαινε μόλις χαμογελούσε, μου θύμιζε κάτι. Όχι ότι την ήξερα, ούτε που θα την είχα ξαναπετύχει ποτέ. Ούτε και μου θύμιζε κάποια κοπέλα που κάποτε ήξερα ή είχα αγαπήσει. Μάλλον μου θύμιζε μια εποχή, μια περίοδο της ζωής μου που, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ήμουν σίγουρος πως θα γινόμουν κάποιος. Όχι κάποιος τυχαίος, αλλά Κάποιος.

Και τελικά δεν έγινα.

Δύο παππούδες άνοιξαν την πόρτα και κάθισαν σ' ένα τραπεζάκι στην μπροστινή γωνία. Η κοπέλα άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και πήγε να τους φτιάξει καφέδες. Δεν χρειαζόταν παραγγελία, ήξερε ακριβώς τι ήθελαν. Δύο αραβικούς μέτριους και ένα σκάκι.
-Τους βλέπεις αυτούς τους δύο; Έρχονται εδώ κάθε πρωί. Φεύγουν το μεσημέρι, πάνε στο ταβερνάκι στο από κάτω στενό, τρώνε, ύστερα για μεσημεριανό ύπνο, και το απογευματάκι πάλι εδώ. Δε μιλάνε πολύ, αλλά οι παρτίδες τους είναι μες στην ένταση, στο πάθος. Να φανταστείς, μαζεύεται κόσμος και τους παρακολουθεί. Το βραδάκι, φεύγουν λίγο πριν κλείσουμε...
-Μένουν εδώ στη γειτονιά;
-Ναι, από τους πιο παλιούς της περιοχής. Γέννημα-θρέμμα που λένε. Μια φορά που τους πήγα τους καφέδες, με κοίταξαν με περιέργεια και ο ένας με ρώτησε από πού είμαι. Εγώ τρόμαξα κάπως, ξέρεις, πολλά γίνονται, κι έτσι τος είπα ότι είμαι από εδώ. Την επόμενη μέρα, όταν τους έφερα τους καφέδες, μου λέει πάλι:"από που είσαι; ρωτήσαμε στη γειτονιά και δεν είσαι από εδώ", αλλά στη φωνή του παππού δεν υπήρχε έχθρα ή κακία, μόνο ενδιαφέρον, για ποιο λόγο δηλαδή κάποιος να πει ότι είναι από εδώ, ενώ δεν είναι. Τους εξήγησα κι εγώ ότι οι γονείς μου είναι από την Αλβανία και πως εγώ μένω τέσσερις στάσεις του μετρό προς τα δυτικά. Και ξέρεις τι μου είπαν; Με κοίταξαν σοβαρά, πολύ σοβαρά, και μου είπαν:"δεν ξέρουμε εμείς από αυτά κοπέλα μου-εμείς οι δυο, παιδικοί φίλοι, μαζί από μωρά, δεν φύγαμε ούτε μία φορά από τη γειτονιά". Αλήθεια, αυτό μου είπανε. Δεν είναι φοβερό;
-Εσύ έχεις πάει πουθενά;
-Εννοείς, αν έχω ταξιδέψει; Ή μέσα στην πόλη;
-Ποιο είναι το πιο μακρινό ταξίδι που έχεις κάνει;
-Όταν ζούσαν ακόμα οι γονείς μου, είχαμε πάει ένα καλοκαίρι στην Αλβανία. Αλλά ήμουν πολύ μικρή, δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Μόνο μία εικόνα της θάλασσας και του ήλιου, μία αίσθηση ξενοιασιάς και οικειότητας. Δεν λένε και πολλά αυτά, έτσι;
-Πού ονειρεύεσαι να ταξιδέψεις;

Τα μάτια της έλαμψαν. Ποιος ξέρει πόσο καιρό περίμενε αυτή η κοπέλα που φτιάχνει και σερβίρει όλη μέρα καφέδες κάποιον να τη ρωτήσει για τα όνειρά της, για τα ταξίδια που θα 'θελε να κάνει. Άραγε αυτός που τη φιλούσε το πρωί, προτού κλείσει την πόρτα πίσω της και κατέβει με βαριά καρδιά τις σκάλες, να την είχε ρωτήσει ποτέ; Άραγε τι να τη ρωτούσε τα βράδια προτού την πάρει ο ύπνος; Ίσως να μην κοιμόντουσαν καν μαζί, ίσως αυτός στον καναπέ και αυτή μόνη, στην κρεβατοκάμαρα, κουκουλωμένη, να παλεύει με την αϋπνία.
-Αχ, θα ήθελα πάρα πολύ να περπατήσω στις όχθες του Σηκουάνα. Ή να καθίσω στα σκαλιά της Μονμάρτης και να κοιτάξω τη θέα. Να πιω έναν εσπρέσο σ' ένα σοκάκι της Ρώμης και να φάω τάπας στη Βαρκελώνη. Να χορέψω σουΐνγκ στο Λονδίνο και να ακουμπήσω με τις παλάμες μου το τείχος του Βερολίνου. Θέλω να νιώσω στο πετσί μου το ψύχος της Μόσχας και να παζαρέψω στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα στο τρένο, να αντικρίσω τις ατελείωτες πεδιάδες της κεντρικής Ευρώπης, και στο βάθος οι Άλπεις, χιονισμένες, πάντα χιονισμένες. Αλλά αν μου ζητάς να διαλέξω ένα ταξίδι, αν θα μπορούσα να ταξιδέψω μόνο μία φορά προτού πεθάνω, τότε δεν θα ήξερα τι να σου πω.

Σηκώθηκε απότομα και πήγε βιαστικά πίσω από το μπαρ. Πρέπει να κατάλαβε πως δεν είναι λογικό να ανοίγεσαι σ' έναν περίεργο τύπο που αρνείται πεισματικά να βγάλει το παλτό του. Δεν είναι λογικό να μιλάς για τα όνειρά σου, όχι μόνο σ' έναν ξένο αλλά κυρίως δεν είναι λογικό να μιλάς γι' αυτά στους δικούς σου ανθρώπους, γιατί αν καταλάβουν τι ονειρεύεσαι, ίσως να αντιληφθούν ότι κάτι δεν πάει και τόσο καλά με την πάρτη σου και τότε, φίλε μου, την έχεις πατήσει άσχημα.

Η ώρα περνούσε. Η κοπέλα δεν ξανακάθισε μαζί μου, αν και μου έριχνε κλεφτές ματιές και κάπου-κάπου ξαναγέμιζε την κούπα μου με καφέ. Εγώ κοιτούσα πότε την πόρτα και πότε το μεγάλο ρολόι του τοίχου. Η ώρα περνούσε, κι αυτή δεν εμφανιζόταν. Θα την περίμενα μέχρι το μεσημέρι φυσικά, κι ύστερα θα έφευγα. Κι όμως το ραντεβού που είχαμε δώσει ήταν ξεκάθαρο, δε νομίζω πως είχε μπερδευτεί με την ώρα ή με το μέρος.

Η τελευταία φορά που την είχα δει: πριν τέσσερα χρόνια κι επτά ημέρες. Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα, σε μια αποκριάτικη παρέλαση. Την είδα ανάμεσα στον κόσμο, ντυμένη κάτι σαν μάγισσα νομίζω, αν και ο καιρός έχει διαλύσει σε κάποιο βαθμό την εικόνα της. Έτρεξε από πίσω της, την τράβηξα από την παρέα της και τη φίλησα για κάποια δευτερόλεπτα. Ύστερα, έσκυψα στο αυτί και της ψιθύρισα:"θα σε περιμένω, κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, εκεί που γνωριστήκαμε".

Φυσικά, μετά από αυτό εξαφανίστηκα. Τις προηγούμενες τέσσερις φορές δεν ήμουν εδώ. Το γνώριζα πως ήταν αυτή η μέρα, ότι θα έπρεπε να ήμουν κάπου αλλού, αλλά δεν εμφανίστηκα. Τα τελευταία χρόνια ήταν κάπως παράξενα, σε τέτοιο βαθμό που ένιωθα βαθιά ευτυχής που ήμουν ακόμη ζωντανός-κι αυτό οφειλόταν στο μαραφέτι που είχα χωμένο στην εσωτερική μου τσέπη και στις επτά παγωμένες σφαίρες που χωρούσαν στη θαλάμη του.

Όταν οι δύο σκακιστές παππούδες πλήρωσαν κι έφυγαν, η κοπέλα ήρθε και κάθισε πάλι μαζί μου. Με κοίταξε μ' ένα παράξενο βλέμμα, κατ' ευθείαν στα μάτια. Είχε πάρει τις αποφάσεις της.
-Δεν θα έρθει.
-Ποιος;
-Αυτή που περιμένεις. Δεν θα έρθει.
-Και πού το ξέρεις εσύ;
-Αν ήταν να έρθει, δεν θα είχε ήδη έρθει;

Μου χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι της στο πόδι μου. Με χάιδεψε και ψιθύρισε, με εντελώς διαφορετική φωνή.
-Και δεν θα έπρεπε να σε αφήνει μόνο σου...

Τραβήχτηκα. Αυτή γέλασε και σηκώθηκε.
-Κοίτα, αν δεν θες, δε θα σε παρακαλάω κιόλας. Αν όμως θες, περίμενε να σχολάσω, σε μια ώρα περίπου.

Μου έκλεισε το μάτι και περπάτησε αργά και λάγνα, γνωρίζοντας πως την κοιτάζω, προς το μπάνιο. Η εικόνα του συντρόφου που είχα σχηματίσει για την κοπέλα διαλύθηκε: ήταν απλώς μόνη, μόνη όπως όλοι μας. Το πρωί ξύπνησε σ' ένα παγωμένο δωμάτιο και σηκώθηκε από το μονό κρεβάτι, πλύθηκε σιωπηλή, ήπιε μόνη της τον καφέ της, ντύθηκε χοντρά και τράβηξε την πόρτα πίσω της. Αλλά σίγουρα κατέβηκε με βαριά καρδιά τις σκάλες, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Δεν μπορώ να τη φανταστώ να καλεί ασανσέρ.

Γύρισε και στάθηκε πίσω από το μπαρ. Εγώ κάπνιζα και μέσα από τους καπνούς κοίταζα την είσοδο σταθερά, αν κι είμαι σίγουρος πως η κοπέλα κοίταζε μία εμένα και μία την πόρτα, και ίσως να χαμογελούσε, έτσι που να 'ναι πιο όμορφη, γιατί γνώριζε πως κάθε λεπτό που περνούσε και η πόρτα δεν άνοιγε, οι πιθανότητες να μην είναι μόνη της το βράδυ αυξάνονταν.

Ύστερα όμως, η πόρτα άνοιξε. Μπήκε μέσα αυτή που περίμενα. Ένα κορίτσι με μαύρα μακριά μαλλιά και αφέλειες ως τα μάτια. Φορούσε μαύρο παλτό και χοντρό καλσόν. Οι ψηλές μπότες της έκαναν το ξύλινο πάτωμα να τρίζει. Χωρίς να κοιτάξει πουθενά αλλού, ήρθε στο τραπέζι μου και κάθισε. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, να κοιταζόμαστε. Μίλησε εκείνη πρώτη.
-Ήρθες.
-Ήρθα.
-Πού ήσουν όλα αυτά τα χρόνια;
-Ήταν αδύνατον να έρθω.
-Γιατί;
-Είναι μεγάλη ιστορία. Σκέψου κάτι σαν κυνηγητό, που δεν μου επέτρεψε να διαθέσω χρόνο για τον εαυτό μου.
-Και τώρα; Δεν σε κυνηγάει κανένας;
-Κάποια στιγμή την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα πως δεν είχε νόημα να τρέχεις να ξεφύγεις, αν δεν έχεις δίπλα σου κάτι που να αξίζει.
-Γι' αυτό είσαι εδώ; Για να με πάρεις μαζί σου στο κυνηγητό;
-Νόμιζα ότι ήθελες να ζήσεις τη μεγάλη περιπέτεια.

Χαμογέλασε. Κουνούσε νευρικά το πόδι. Πάντοτε το έκανε αυτό, από τότε που τη θυμάμαι.
-Κι αν σου έλεγα πως ήδη ζω τη μεγάλη περιπέτεια;
-Τι θες να πεις;

Κούνησε το κεφάλι ειρωνικά και μου έδειξε με το δάχτυλο την είσοδο. Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα τρεις ψηλοί κοστουμαρισμένοι τύποι, με μαύρα γυαλιά ηλίου. Φυσικά, ό,τι ακολούθησε έγινε πολύ γρήγορα, προτού καν το συνειδητοποιήσω. Άλλωστε, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.

Όταν οι πυροβολισμοί έπαψαν, οι τρεις τύποι ήταν ξαπλωμένοι, με δύο τρύπες στο κρανίο ο καθένας, και είμαι απολύτως σίγουρος πως δεν ανέπνεε κανένας τους. Η κοπέλα από το μπαρ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα βουβή, κι ύστερα έτρεξε έξω από το καφενείο ουρλιάζοντας. Κι εμείς οι δύο;

Εγώ ακουμπούσα την κάννη στο σημείο που τελείωναν οι αφέλειες, ανάμεσα στα μάτια της, ενώ το δικό της περίστροφο ακουμπούσε το καυλί μου. Ή, για την ακρίβεια, το χάιδευε.
-Χάρηκες που με είδες;
-Με καυλώνουν τέτοια σκηνικά.
-Τι θα κάνουμε τώρα;

Μου έκλεισε το μάτι. Δεύτερη γκόμενα την ίδια μέρα. Και γαμώ.
-Ούτε να το σκέφτεσαι.
-Στο λόγο της τιμής μου.
-Εδώ; Τώρα; Κοίτα τους νεκρούς φίλους σου!
-Δεν ήταν φίλοι μου χαζέ, απλώς φλέρταρα για λίγο με την ιδέα να πάρω εκδίκηση.
-Να πάρεις εκδίκηση; Για ποιο πράγμα; Αφού ό,τι έκανα, το έκανα για σένα!
-Έτσι ε; Για μένα πήδηξες την αδερφή μου;

Α, ναι. Η αδερφή της. Πράγματι, αυτό δεν ήταν πολύ καλό. Ή, για την ακρίβεια, παραήταν καλό.
-Και τώρα τι; Το ξεχνάς; Με συγχωρείς δηλαδή;
-Μ' έχεις ανάψει μωρός μου, θέλω να σε καβαλήσω και μετά να...

Φυσικά, πάτησα τη σκανδάλη. Η πουτάνα θα 'χε τινάξει τα αρχίδια μου στον αέρα αν με είχε προλάβει. Ήταν πανέμορφη, έτσι όπως στάθηκε για λίγο με έκπληξη στο βλέμμα κι ένα μισοσχηματισμένο χαμόγελο στο στόμα, προτού σωριαστεί στο πάτωμα.

Σηκώθηκα αργά και σκούπισα το παλτό μου. Τράβηξα το φερμουάρ και περπάτησα αργά προς την έξοδο. Τέσσερα πτώματα πίσω μου, επτά χρησιμοποιημένες με σοφία σφαίρες. Και μία κατατρομαγμένη μοναχική κοπέλα που ονειρευόταν απραγματοποίητα ταξίδια.

Βγήκα στο κρύο και περπάτησα βιαστικά προς τη λεωφόρο. Θα έπαιρνα το λεωφορείο για το σιδηροδρομικό σταθμό, κι ύστερα το πρώτο τρένο για το βορρά. Ήταν η κατάλληλη εποχή για ταξίδια, όμορφα μοναχικά ταξίδια, σαν αυτά που ονειρευόταν η κοπέλα του καφενείου. Φυσούσε, και γω τύλιξα καλά το κασκόλ στο λαιμό μου, για να προστατεύσω τη ζέστη του νότου που έκαιγε μέσα μου.





Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Στον Εθνικό Κήπο, Κυριακή πρωί

-Κάπου κάναμε λάθος, αλλά δεν είμαι σίγουρος πού.
-Υποτίθεται πως θα 'χε πλάκα, πως θα ΄χε ταξίδια και γέλια και χορούς και μουσικές.
-Υποτίθεται πως εμείς θα φέρναμε τον νέο κόσμο που 'χαμε μες στο κεφάλι μας.
-Ρε, ξέρεις τι; Τελευταία, όλοι όσοι ξέρω κοιμούνται από τις δέκα και μισή, πηγαίνουν κάθε μέρα γυμναστήριο, πίνουν φυσικούς χυμούς και συζητάνε για μπάλα ή σινεμά. Και γω..
-Εσύ τι ρε μαλάκα;
 Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ήθελε να πει κάτι σαν "εγώ ξέμεινα" ή "εγώ δε γουστάρω", αλλά φοβόταν μην τον κοροϊδέψει. Φοβόταν μήπως για να αλλάξει κουβέντα του πει κάτι για ωριμότητα.

-Φοβάμαι.
  Το είπε και σηκώθηκε. Ο άλλος τον κοίταξε. Καμία αναφορά σε περασμένα χρόνια δεν μπορούσε να απαλύνει την απώλεια ενός παρόντος καλυμμένου με απατηλές προσδοκίες και σκληρές αλήθειες, που χτυπούσαν πλέον τις καμπάνες, που ούρλιαζαν από τα κελιά τους σαν κολασμένοι κατάδικοι.

-Θα σε πάρω μία απ' αυτές τις μέρες. Να πάμε για καμιά μπύρα.

  Περπάτησε αργά, κοιτώντας γύρω του τα παιδιά και τους παππούδες, τους γέροντες με τις ανοιχτές εφημερίδες, τα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούσανε και τον αέρα που φυσούσε και ανοιγόκλεινε έκπληκτος τα μάτια, και προσπαθούσε να τ'αποτυπώσει όλα, σαν να τραβούσε φωτογραφίες.
  Πέταξε τη γόπα του σε μία λακκούβα με λασπόνερα κι έστριψε απότομα.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Εκεί ακριβώς, στο καλοκαίρι

Είναι περίπου 11, αλλά στα νησιά ο ήλιος δε δύει ποτέ. Λένε ότι του αρέσει να ξαποσταίνει λίγο παραπάνω όπου ακούγονται γέλια και φωνές, πανηγύρια και χοροί.

Φυσάει. Ο θεός είναι παρών. Μη ρωτάς ποιος, δεν έχει καμία σημασία. Είναι σίγουρο πως ο θεός κατοικεί στα λευκά σπίτια που βρίσκονται χτισμένα πάνω στο βράχο, πως κατοικεί στο δυνατό αέρα που περνά ανάμεσα από τα γαλάζια τους παράθυρα.

Σ' ένα στενό δρομάκι, ανεβαίνουμε, με μία κατσαρόλα στα χέρια, και μία σαλάτα με ντομάτες και αγγούρια. Ο αέρας σηκώνει τα μαλλιά και τα ανεμίζει, αλλά το βήμα είναι σταθερό. Κάποιος είπε: είμαστε τρελοί εξ αιτίας του αέρα.

Σ' ένα σπίτι στο πίσω μέρος του βράχου, μυρωδιές από χταπόδι και αλάτι και θάλασσα, και ο αέρας να φέρνει τραγούδια που ακούστηκαν χρόνια πριν από μια αρμάδα πειρατές, οι οποίοι ερωτεύτηκαν το βράχο και δεν κατέβηκαν ποτέ.

Ερωτεύτηκαν το φως και τον αέρα. Σε κοιτάζω και γελάμε γιατί δε χρειαζόμαστε παρά τον ήλιο. Η ώρα δεν περνά όσο κι αν τρέχουμε-τρελαμένοι-από τη μία άκρη στην άλλη, η ώρα είναι ίδια, μυρίζει βασιλικός και γιασεμί, με την μπύρα στο χέρι και το αλάτι στα μαλλιά, σε μία ταράτσα κοιτάζουμε τα φώτα.

Τα φώτα του λιμανιού μπλέκονται με τα φώτα του ουρανού και γίνονται ένα-όταν πέφτουν, σκύψε μη σε χτυπήσουν-και θες να χορέψεις γιατί ακούς τη μουσική, να χορέψεις μέχρι να ξημερώσει γιατί αυτή είναι η τελευταία μέρα από την σειρά των τελευταίων ημερών, εδώ, που για πάντα θα είναι Σάββατο και πάντα θα είναι Ιούλιος.

Σε μια μικρή πλατεία-ήταν γύρω στις 4-θα θυμάμαι για πάντα το μοναχικό σου χορό-δε χόρεψες ποτέ-θα θυμάμαι ένα βλέμμα.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου

Η ουρά είναι μεγάλη, φτάνει μέχρι την άκρη της πλατείας. Παράξενοι άνθρωποι, ανόμοιοι, και ίδιοι, γκρίζοι. Όλη η γειτονιά σχεδόν. Περιμένουν υπομονετικά, πόση ώρα να 'ναι, ακόμα δεν έχει ξημερώσει καλά-καλά. Σήμερα μοιράζονται πατάτες-αύριο λαχανικά. Και η ώρα περνά, η ουρά μεγαλώνει. Μία κυρία προσπαθεί να πάρει τη θέση της μπροστινής της-τελικά γνωρίζονται. Χαιρετιούνται βεβιασμένα κι έπειτα κοιτούν στο κενό. Οι αγρότες από τα μεγάλα τελάρα αρπάζουν σακιά και τα μοιράζουν. Ο καθένας από μία μικρή σακούλα και σπίτι του.Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και βήμα γοργό. Ας όψεται.

Η ουρά δεν είναι τόσο μεγάλη, αλλά καλύπτει μεγάλο μέρος του ισογείου της τράπεζας. Άνθρωποι ίδιοι, ολόιδιοι. Ένας τύπος, στη μέση, κοιτάζει επίμονα τα χέρια του. Έχει μικρές παλάμες με μακριά δάχτυλα. Του είχαν πει ότι θα 'πρεπε ν' ασχοληθεί με το πιάνο. Εκείνος ακούει μονάχα λαϊκά. Κοιτάζει τις παλάμες του, είναι λευκές, και η ράχη του χεριού του είναι τριχωτή. Τις βάζει στην τσέπη του και-σαν να θέλει να επιβεβαιωθεί-τις βγάζει ξανά και τις κοιτάει. Και το ρολόι όλο γυρνάει-γυρνάει-και η ουρά ίσα που προχωράει. Φθάνει στο ταμείο και λέει-για τη δόση, ξέρετε-και η κοπέλα τον κοιτάει λυπημένα και του κάνει με το κεφάλι όχι, όχι, όχι.

Ο αρχηγός είναι όρθιος. Χαμογελάει και κουνάει τα χέρια. Φωνάζει δυνατά και το πλήθος παραληρεί. Φωνάζουν κι αυτοί συνθήματα, κουνάνε πλαστικές σημαίες και χειροκροτούν. Μια κοπέλα περνάει βιαστικά από το πεζοδρόμιο. Δεν είχε ιδέα για την συγκέντρωση. Ο αρχηγός ουρλιάζει-τον ακούει από τα ηχεία-η πλατεία είναι γεμάτη-δώστε μου δύναμη να τ' αλλάξω όλα!-η κοπέλα δε θέλει να του δώσει καμία δύναμη. Αυτός ωρύεται. ζήτω η Ελλάδα κι εκείνη δε νιώθει καθόλου Ελληνίδα πια, ζήτω η θρησκεία και αυτή δεν πιστεύει πουθενά, σε κανέναν και σε τίποτα, ζήτω η οικογένεια κι εκείνη είναι μόνη, πάει σε ένα μόνο σπίτι, σ' ένα μόνο κρεβάτι με μία μόνη τηλεόραση. Κοιτάζει το πλήθος και μοιάζουν με ανθρώπους δίχως πρόσωπο. Χάνει όλο το χειροκρότημα καθώς κατεβαίνει τα σκαλιά του μετρό.

Κρατάει στο ένα χέρι μία μπύρα και στο άλλο το κορίτσι του. Η πόλη φλέγεται, όπως κάθε καλοκαίρι, το τσιμέντο έχει πάρει φωτιά. Της λέει αστεία και κείνη γελάει, το γέλιο ακούγεται πεντακάθαρο. τα δόντια της φαίνονται κάθε φορά που ανοίγει το στόμα. Είναι ερωτευμένοι μες στο καλοκαίρι και δεν τους νοιάζει τίποτα. το κέντρο της πόλης, μετράνε τράπεζες, Eurobank, Alpha Bank, Citibank, Aspis Bank, Proton Bank, Marfin Bank, στο στενό τους σταματάνε δύο αστυνομικοί-έλεγχος-ταυτότητες-του πετάνε την μπύρα και το μπουκάλι σπάει, ανοίγουν την τσάντα του-την αδειάζουν στο πεζοδρόμιο, σκύβει να μαζέψει τα βιβλία, ο ένας τον κλωτσά, η κοπέλα τον κοιτάζει φοβισμένα. Τα μάτια του βουρκώνουν, κοιτάζει τον μπάτσο να τον βρίζει, μα δεν τον ακούει, επαναλαμβάνει τα ονόματα, Eurobank, Aspis Bank, Proton Bank, Marfin Bank, απομονώνει τα bank-τον βρίζει και τον σπρώχνει-είναι μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ, είναι πυροβολισμοί που σκίζουν την βραδινή ησυχία σαν σιωπηλά δάκρυα στα δύο.

Ο σταθμός είναι άδειος-τέτοια ώρα ποιος θα μπει στο τρένο; Ψαχουλεύει κάτι ψιλά στην τσέπη, βιάζεται να γυρίσει σπίτι του. Στο παγκάκι πιο δίπλα ένα ζευγαράκι χαμουρεύεται και τους ρίχνει καμιά ματιά. Ζηλεύει. Στο σπίτι η γυναίκα του θα κοιμάται αγκαλιά με τα δύο κοριτσάκια τους. Αυτός ήσυχα για να μην τις ξυπνήσει θα βγάλει το παντελόνι και θα ξαπλώσει δίπλα από το στρώμα, στο πάτωμα. Θα σκάσει λίγο το παράθυρο, μήπως φυσήξει, και θα περιμένει να τον πάρει ο ύπνος. Το μεγάλο ρολόι του σταθμού δείχνει μία παρά επτά. Ακούει φωνές. Γυρίζει, και βλέπει δύο μεγάλα χέρια να τον αρπάζουν. Πουτάνας γιε, θα πεθάνεις, βρωμιάρη, γιατί ήρθες στη χώρα μου; Τον αρπάζουν και τον σέρνουν πιο κάτω, σε κάτι σκαλιά. Φοβάται και προσπαθεί να ξεφύγει. Τον βρίζουν, καργιόλη, γαμώ τη βρωμοχώρα σου, μη κουνιέσαι. Κάποιος του ρίχνει μία στο μάτι. Τρελαίνεται. Προσπαθεί να ξεφύγει. Παρακαλάει. Κάποιος τραβάει ένα μαχαίρι,τον καρφώνει-ουρλιάζει-και καθώς το αίμα κυλάει φωνάζει με μία παράξενα ψιλή φωνή Εδώ είναι Ελλάδα ρε μουνί! Ο ήχος σαν γέλιο κλόουν ανακλάται και φθάνει παντού- Εδώ Είναι Ελλάδα.

"Όχι. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη κι αν αυτή η αποκτήνωση είναι μοναδική διέξοδος σε όλο αυτό, κι ακόμη κι αν ούτε τα παιδιά ούτε οι θάλασσες ούτε οι ελιές είναι αθώες του αίματος, θα υπάρξουν κάποιοι που σε αυτές τις νύχτες που ακολουθούν, νύχτες σύγχυσης και γέλιου, νύχτες ατελείωτες, θα τραγουδούν, για πράγματα μεγάλα, και πράγματα γελοία."