Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

"Είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία."
Ναι,κάτι τέτοιο πρέπει να σκέφτηκε μόλις είδε στην τηλεόραση την διαφήμιση στην τηλεόραση. Η αλήθεια είναι πως το είχε ξανασκεφτεί. Αλλά κάθε φορά που φανταζόταν τον εαυτό του μπροστά στο κοινό,κι όχι σε ένα οποιοδήποτε κοινό,συγκεκριμένα σε ένα απαίδευτο κοινό,σε έναν όχλο, το μετάνιωνε κάθε φορά. Όχι όμως τώρα. Ένιωθε πως ήρθε η ώρα να βγει στον έξω κόσμο. Να κερδίσει λίγα μέτρα έξω από τον εαυτό του. Και θα τα κατάφερνε-τουλάχιστον έτσι είχε πείσει τον εαυτό του. Οι ατελείωτες ώρες που πέρασε μπροστά στον καθρέφτη περνούσαν τώρα από το μυαλό του,γεννώντας του ένα ερώτημα"Γιατί όχι;Γιατί να μην πάρω κι εγώ μέρος σε ένα διαγωνισμό τραγουδιού;"
Μια βδομάδα πέρασε και αυτός είχε πλέον ξεπαστρέψει μέσα του τις οποιεσδήποτε αμφιβολίες είχα γεννηθεί μέσα του. Αντιρρήσεις που αφορούσαν κυρίως το επίπεδο των υπολοίπων συμμετεχόντων,των κριτών και του κοινού,αμφιβολίες που αφορούσαν για μία ακόμη φορά τη δυσκολία που αντιμετώπιζε όταν βρισκόταν μπροστά σε κοινό,την έλλειψη αυτοπεποίθησης που τον βασάνιζε,και άλλα πολλά-αλλά πλέον ήξερε πως είχε έρθει η ώρα του,και ήξερε πως δεν έπρεπε να την χαραμίσει.Έτσι σήκωσε το τηλέφωνο και δήλωσε συμμετοχή.
Και μια βδομάδα αργότερα εμφανίστηκε μπροστά στους κριτές και τραγούδησε.Και τους τραγούδησε ξανά μετά από δύο μέρες.Κι άλλη μία.Και τα κατάφερε. Είχαν περάσει τρεις βδομάδες από την στιγμή που του ήρθε η ιδέα να συμμετάσχει στο διαγωνισμό,και θα τραγουδούσε πλέον ζωντανά μπροστά σε 200 άτομα που χωρούσε το στούντιο,συν αυτούς που παρακολουθούσαν από την TV.
Και όλες οι παλιές του φοβίες επέστρεψαν. Προσπάθησε πραγματικά να τις αντμετωπίσει αλλά,το ήξερε άλλωστε,δεν είχε καμμία ελπίδα. Μέρα με τη μέρα φανταζόταν τον εαυτό του να κάνει όλο και χειρότερα λάθη.Να χάνει μια νότα,να μπερδεύει τα λόγια του, να ξεχνάει τους στίχους,ή,ακόμα χειρότερα,να μπερδεψει τους κριτές με τους παρουσιαστές, να γλιστρήσει,να πέσει από την σκηνή και άλλα και άλλα χειρότερα. Πλέον είχε ένα επιπλέον πρόβλημα στο μυαλό του. Είχε δύο εισητήρια δωρεάν. Το πρόβλημα δεν ήταν αυτό αλλά ότι δεν είχε σε ποιον να τα δώσει. Εντάξει,αυτό σίγουρα δεν ήταν κάτι καινούργιο για τον ίδιον,αλλά δεν ήταν και ό,τι καλύτερο να του το θυμίζουν. Είχε αποφασίσει πως δεν θα τα έδινε πίσω,προτιμούσε να τις αφήσει κενές,και αν τον ρωτούσαν θα έλεγε,"κάτι ξαφνικό έτυχε" ή "τελικά δεν θα μπορέσουν να έρθουν".Ναι ίσως καλύτερα έτσι..
Όταν έφτασε η ώρα να βγει ο ίδιος στην σκηνή,τα νεύρα του ήταν σπασμένα. Το άγχος τον είχε κατακλύσει σε τέτοιο σημείο που, ακόμα και όταν,στο διαφημιστικό διάλλειμα που προηγήθηκε,τον πλησίασε ο ένας παρουσιαστής και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη,αυτός ένιωσε να λυγίζει υπό το βάρος του χτυπήματος."Έλα βγαίνεις"
Και προσπάθησε να βγει.Δηλαδή πραγματικά βγήκε.Το βλέμμα του όμως δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με τίποτα στο κείμενο που περνούσε απέναντι με τους στίχους.Δεν μπορούσε ούτε να συγκεντρωθεί στις χορευτικές κινήσεις που θα έπρεπε να κάνει. Στην πραγματικότητα,ένιωθε τα πόδια του να έχουν παγώσει στο έδαφος,κι ένιωθε τα μάτια του να έχουν κολλήσει κι αυτά,σε δύο κενές θέσεις ευθεία μπροστά του"τελικά μάλλον δε μπόρεσαν να έρθουν"και ένιωσε πραγματικά στενοχωρημένος,γιατί ακόμη και το δευτερόλεπτο που άκουσε"έλα βγαίνεις" πίστευε πως κάποιος θα είχε έρθει-και τελικά κανείς δεν ήρθε,κανείς. Αναρωτήθηκε,"τι κάνω εγώ εδώ;" ακριβώς την στιγμή που το τραγούδι ξεκινούσε-κι ένα κομμάτι του εαυτού του θέλησε να ξεκινήσει να τραγουδάει,αλλά στην ουσία αυτό το κομμάτι του εαυτού του το είχε ξεχάσει μέσα,στα καμαρίνια,όταν έβγαινε.Εδώ έξω βρισκόταν μόνος του,πραγματικά μόνος.Ένιωσε πάνω του όλα τα βλέμματα,καυτερά,αιχμηρά,και θέλησε να κλάψει,θέλησε να γυρίσει σπίτι του,και σκέφτηκε πως κι εκεί θα ήταν μόνος του,και αποφάσισε πως ήθελε να πάει κάπου όπου θα έχει κόσμο,στο κέντρο μιας λεωφόρου ή ίσως στο γήπεδο,παρόλο που δεν του άρεσαν ούτε τα αυτοκίνητα ούτε τα αθλήματα.Δεν ήξερε τι του αρέσει,στην ουσία,δεν είχε ιδέα τι του άρεσε.Η τελευταία σκέψη που έκανε προτού ο παρουσιαστής ζητήσει να πάνε αμέσως σε διαφημίσεις ήταν πως τελικά ούτε το τραγούδι του άρεσε,τελικά.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

A day in the life (part II)

Ένιωσε τον μικρό της πονοκέφαλο να έχει εδραιωθεί πλέον για τα καλά στο κεφάλι της,και τα πόδια της ανίκανα να σηκώσουν το βάρος της. Κάθισε αμέσως στην έδρα για να μην σωριαστεί."Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό" σκέφτηκε με σιγουριά και αναρωτήθηκε μήπως βρισκόταν μπλεγμένη σε ένα είδους όνειρο,σε έναν δαιδαλώδη εφιάλτη. Σηκώθηκε και έγραψε κάτι στον πίνακα,δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς,οι άνθρωποι μες στο φόβο τους μπορεί να σκεφτούν πολύ νοσηρά πράγματα,αν και έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως η συγκεκριμένη κυρία δεν είχε καμμία απολύτως πρόθεση να προσβάλλει το νεαρό κοινό που την κοιτούσε αρχικά με ενδιαφέρον,έπειτα με περιέργεια και τέλος με διάθεση εξαιρετικά περιπαικτική,να ολοκληρώνει την πρότασή της στον πίνακα. Φωνές διαμαρτυρίας βγήκαν από τα στόματά τους,αλλά δεν ήταν λέξεις ούτε προτάσεις το σύνολο των φθόγγων που σχημάτιζαν οι νεαροί μαθητές φασαρία δυνάμωνε,μα αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει κουβέντα. Και ο πονοκέφαλος δυνάμωνε,όλο και δυνάμωνε,και ένιωθε μια μέγκενη να της σφίγγει το κεφάλι,τόσο που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο πια.
Κι έβαλε τα κλάμματα.
Η φασαρία όμως από τις φωνές τράβηξε το ενδιαφέρον του καθηγητή που δίδασκε στην διπλανή αίθουσα,ο οποίος όμως μόλις μπήκε στην αίθουσα βρήκε την καθηγήτρια πεσμένη στο δάπεδο μπροστά από τον πίνακα,να κλαίει γοερά,κρατώντας το μαρκαδόρο,με τον οποίο είχε γράψει μια δίχως νόημα φράση στον πίνακα προ ολίγου."Ησυχάστε αμέσως" διέταξε,και σιωπή εγένετο. Έσκυψε πάνω από τη συνάδελφό του,με την οποία αναμφιβόλως δεν είχαν καμμία κοινωνική σχέση,στην πραγματικότητα μάλλον την λυπόταν,για κάποιον λόγο,έσκυψε και την ρώτησε αν είναι καλά. Το ερωτηματικό της βλέμμα του έδειξε να καταλάβει πως δεν κατάλαβε την ερώτηση. Την επανέλαβε,ξανά και ξανά,και το κλάμμα γινόταν όλο και πιο γοερό,και άρχισε να τον τραβάει από το μανίκι,να του φωνάζει λέξεις,όχι λέξεις,σύνολα από φθόγγους χωρίς νόημα,και να του δείχνει μανιωδώς τη φράση στον πίνακα.
Φοβισμένος πια για τα καλά ο καθηγητής,διέταξε τους μαθητές να απομακρυνθούν Άφησε την-σε αλλόφρονα κατάσταση-καθηγήτρια πεσμένη στο δάπεδο κι έτρεξε στο γραφείο.
Σε λίγα λεπτά οι καθηγητές είχαν γεμίσει την αίθουσα,κοιτώντας το αξιοπερίεργο πλάσμα που δεν είχε σταματήσει δευτερόλεπτο να κλαίει.
Σε λίγες ώρες το πλάσμα αυτό περνούσε εισαγωγικές εξετάσεις-για την εισαγωγή του στο τρελοκομείο.
Σιγά σιγά με τον καιρό συνήθισε να ζει σε έναν κόσμο που δεν καταλάβαινε τους άλλους. Μετά το αρχικό σοκ,θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν και ευτυχισμένη.

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

A day in the life (part I)

Εντάξει, σίγουρα δεν ήταν και η πρώτη φορά που κάποιος δεν της έλεγε καλημέρα˙ στην πραγματικότητα, μάλλον είχε συνηθίσει ο κόσμος να μην της δίνει ιδιαίτερη σημασία, να την αγνοεί άλλοτε επιδεικτικά κι άλλοτε τόσο διακριτικά˙τώρα πια δεν την πείραζε, θα λέγαμε πως αυτή η συμπεριφορά την εξυπηρετούσε˙μάλιστα,γιατί,για να λέμε την αλήθεια,ούτε αυτή τους συμπαθούσε τους άλλους.Και ήταν αυτή η απέχθειά της για οποιουδήποτε είδος κοινωνική συναναστροφή που την είχε ωθήσει να ασχοληθεί με αυτούς που θεωρούσε πως ζούσαν απαλλαγμένοι από αυτές˙με τα παιδιά.
Αλλά επιστρέφοντας σε εκείνο το συγκεκριμένο πρωινό,πρέπει να πούμε πως της φάνηκε περίεργο που κανείς στην πολυκατοικία δεν της απάντησε στα καλημερίσματά της."Ούτε ένα τυπικό καλημέρισμα δεν μας έχει απομείνει",μουρμούρισε,μισοπερίεργη από αυτήν την συμπεριφορά,αλλά και μισοχαρούμενη.
Μπήκε στο αυτοκίνητό της κι έφτασε σε λίγα λεπτά στο σχολείο.
"Περίεργα φωνάζουν σήμερα τα παιδιά"είπε στον εαυτό της καθώς έμπαινε στο προαύλιο. Δεν έδινε ποτέ προσοχή στα παιδιά που έπαιζαν,σε λίγα λεπτά πάντοτε την έπιανε ένας μικρός αιχμηρός πονοκέφαλος που δεν την άφηνε σε ησυχία˙μάλιστα σήμερα την είχε πιάσει από νωρίς. Χωρίς άλλες περιττές σκέψεις,μπήκε ήσυχα ήσυχα στο γραφείο των καθηγητών και κάθισε στη συγκεκριμένη θέση που καθόταν πάντα˙μακριά από περιττές κουβέντες και συζητήσεις για καλούς και κακούς μαθητές,για απεργίες και ξαφνικά διαγωνίσματα,εκείνης της άρεσε να κάθεται και να ζωγραφίζει στο μικρό τετράδιο που κουβαλούσε πάντα στην τσάντα της. Μια καλημέρα όμως την έλεγε πάντα. Και εκείνο το πρωινό είπε. Μόνο που απάντηση δεν πήρε. Μόνο απορημένα βλέμματα. Και δεν έδωσε συνέχεια. Το μυαλό της ταξίδευε˙στο τι ήθελε να κάνει και στο τι είχε πετύχει. Έμοιαζε μάλλον αποκαμωμένη από το παρόν της,αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί˙ίσως όχι ακόμα..
"Ίσως όχι ακόμα"ψιθύρισε πιο δυνατά αυτή τη φορά και ξεκίνησε για την τάξη της.
Έκανε συνήθως κείμενα,ποιήματα και διηγήματα,κι ενίοτε ιστορία,μα δεν ήταν και πολύ καλή εκεί. Το αγαπημένο κομμάτι της δουλειάς της ήταν εκείνο που έβαζε τα παιδιά να αναλύσουν τι σημαίνει το κάθε κομμάτι για τον εαυτό του˙παλιά,όχι τώρα˙τώρα πια βαριόταν,ήθελε να φύγει. Ίσως να μην βαριόταν,να φοβόταν κάτι,δεν ξέρουμε,κανείς δεν ξέρει.
Μπήκε στην τάξη,και μόλις αντίκρισε τα παιδιά να γελάνε και να φωνάζουν το ένα στο άλλο,ένιωσε τον μικρό της πονοκέφαλο να έρχεται.Προσποιούμενη πως όλα ήταν καλά, χαμογέλασε και ευχήθηκε,κυρίως στον εαυτό της,καλημέρα.
Ήταν η τρίτη φορά που δεν της απαντούσε κάποιος στην καλημέρα με ανάλογη ευχή,παρά μόνο με ερωτηματικά βλέμματα. Αρχικά ήταν η ηλικιωμένη διαχειρίστρια που την είχε αποφύγει επιδεικτικά πιο νωρίς στο ασανσέρ της πολυκατοικίας,μετά οι υπόλοιποι καθηγητές λίγα λεπτά πριν,και τώρα ένα μάτσο 15χρονα την αγνοούσαν κι αυτά.
"Λες να είναι καμμιά φάρσα"αναρωτήθηκε και απέρριψε αμέσως την σκέψη."Τόσο καλά συντονισμένη φάρσα!",και αμέσως "ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα το μυστήριο" και ζήτησε από τον καλύτερο μαθητή της τάξης,αν όχι τον πιο έξυπνο σίγουρα τον πιο διαβαστερό να της πει το μάθημα για εκείνη τη μέρα. Και ένας οχετός από λέξεις βγήκε από το στόμα του˙λέξεις χωρίς νόημα,χωρίς κανένα απολύτως νόημα.

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Σκοτώνοντας το Γέλιο

Κοίταξε βιαστικά πίσω από τον ώμο του. Είχε αρχίσει να λαχανιάζει˙ήξερε φυσικά πως δεν θα μπορούσε να τρέχει με τον ίδιο ρυθμό για πολλή ώρα. Αν όμως έφτανε στις αποβάθρες, τότε ίσως και να γλίτωνε˙αν δεν είχε και το βάρος του χαρτοφύλακα που κουβαλούσε,ίσως να ήταν καλύτερα τα πράγματα. Προσπάθησε να συνεχίσει να τρέχει χωρίς να σκέφτεται τι θα του κάνουν αν τον πιάσουν."Μην σκέφτεσαι τίποτα τώρα" έλεγε στον εαυτό του,και συνέχιζε να τρέχει. Το φως της σελήνης έπεφτε ειδυλλιακά στα νερά του ποταμού,αλλά αυτός δεν είχε χρόνο να θαυμάσει το ποτάμι˙δεν του άφηναν οι δύο τύποι που έτρεχαν από πίσω του. Ήταν και οι δυο τους μεγαλόσωμοι,καμμία σχέση με αυτόν,και,αναμφίβολα,πολύ θυμωμένοι. Όταν πάτησε το πόδι του στις αποβάθρες,αυτοί ήταν κάποια μέτρα ακόμη πίσω˙και στο βάθος,τούτη η σκοτεινή πόλη,στο κέντρο της οποίας δύο άντρες αγνώστων στοιχείων κυνηγούσαν έναν άλλο με ένα χαρτοφύλακα,επίσης αγνώστων στοιχείων,η πόλη που από το κέντρο της περνούσε ο μεγάλος ποταμός,αυτή η πόλη,πάνω από την οποία τα σύννεφα ίσα που κάλυπταν το φεγγάρι, κοιμόταν˙δεν μπορούσε σε καμμία περίπτωση να ακούσει την λαχανιασμένη αναπνοή κανενός. Ούτε τον φόβο,ούτε την έξαψη. Ναι,έξαψη-γιατί αυτήν την στιγμή την περίμενε πολύ καιρό. Τώρα βιαστικά μπαίνει στην μικρή αποθήκη που γνώριζε από πριν πως θα είναι ξεκλείδωτη. "Ίσως να μην μπούν εδώ μέσα".Ήξερε άλλωστε πως βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο,κι όχι μόνο τώρα,αλλά από εδώ και τώρα. Ο χαρτοφύλακας βρισκόταν πάντοτε σφιχτά στο δεξί του χέρι˙από τον τρόπο που τον κρατούσε,θα λέγαμε πως περισσότερο τον φοβόταν,παρά ήθελε να τον προστατεύσει˙μα,την ίδια στιγμή,προσπαθούσε με πολύ κόπο να τον έχει κάθε λεπτό ασφαλισμένο,για κάθε ενδεχόμενο. Γιατί αυτός ο χαρτοφύλακας είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει αυτήν την στιγμή στο μυαλό του˙κι όχι μοναχά αυτού εδώ,αλλά στο μυαλό οποιουδήποτε ανθρώπου γνώριζε τι συνέβαινε στην πραγματικότητα.
Οι δύο μεγαλόσωμοι τύποι άφησαν πίσω τους την αποθήκη και προχώρησαν κατά μήκος του ποταμού,φτύνοντας βρισιές και κατάρες. Τώρα στο μυαλό του μια ακατανίκητη περιέργεια είχε αρχίσει να παίρνει τη θέση του φόβου˙ήθελε πάση θυσία εδώ και τώρα να ανοίξει τον μαύρο χαρτοφύλακα και να δει πώς είναι αυτό που βρίσκεται μέσα˙ήξερε πολύ καλά τι είναι,αλλά δεν γνώριζε πώς είναι˙του το είχαν πάρει και τώρα το είχε πάρει πίσω. Θυμόταν στιγμές από την ζωή του όταν το είχε στην κατοχή του˙και στιγμές όταν του το είχαν στερήσει˙και η έξαψη μέσα του μεγάλωνε, τόσο που δεν άντεξε και τον άνοιξε,και το αντίκρισε,για πρώτη φορά στην ζωή του.
Ήταν το Γέλιο.
Και αυτός ξεκίνησε να γελάει˙όχι να χαμογελάει,όχι να χαχανίζει,αλλά να γελάει,να γελάει με την ψυχή του. Αλήθεια,πόσο πολύ του είχε λείψει αυτή η αίσθηση,η ηδονή του γέλιου;
Βιαστικά βήματα ακούστηκαν στο πλακόστρωτο δρομάκι που βρισκόταν δίπλα στο ποτάμι. Και δύο βιαστικοί πυροβολισμοί.Και το γέλιο ψόφησε μπροστά στα έντρομα μάτια του άνδρα με το χαρτοφύλακα,που έβλεπε το αίμα να αναβλύζει από το στήθος του,μπροστά στα πολύ σοβαρά βλέμματα των δύο τύπων,που ακούγοντας το γέλιο είχαν επιστρέψει,και μπροστά και στις δύο καπνισμένες κάννες.
Τότε όμως συνέβη κάτι εξωπραγματικό˙το Γέλιο δεν χάθηκε,δεν εξαφανίστηκε.Αλλά έγινε αέρας και σάρωσε ολόκληρη την πόλη,και πέρα από αυτήν,τα σπίτια στον λόφο,και πέρα από αυτά,το Γέλιο έφτασε στην άκρη του Κόσμου,και λίγο πέρα από αυτήν.
Οι δύο οπλισμένοι άνδρες,που βρισκόντουσαν πιο κοντά από οποιονδήποτε άλλον στο Γέλιο όταν έγινε η έκρηξη,έσκασαν στα γέλια,και μάλλον δεν πρόσεξαν το χαμόγελο που σχηματίστηκε στο στόμα του νεκρού.
Και μίλια μακριά,ένας μεσήλικας που κοιμόταν στον καναπέ ενός διαμερίσματος ροχαλίζοντας βαριά έσκασε ένα χαμόγελο.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Lucy in the Sky with Diamonds

Έκλεισε τα μάτια του
και με πολλή προσπάθεια
κατάφερε και πέρασε μέσα από το γυαλί
και είδε τον κόσμο εκεί πέρα:
Αρχικά δεν μπορούσε να καταλάβει πού βρισκόταν,ψηλά ή χαμηλά
σ' ένα πελώριο βουνό ή στην ακροθαλασσιά
άκουγε όμως φωνές,μάλλον παιδιά να παίζουν
και αυτό του έκανε εντύπωση
γιατί,απ' όσο θυμόταν
δεν είχε ξανακούσει ποτέ παιδιά να παίζουν
και τότε άκουσε καλύτερα
την σιωπή˙
ποτέ του δεν είχε ξανακούσει τόσο έντονη σιωπή
σκέφτηκε:"μιας κι έχουμε τόση ησυχία,ούτε εγώ θα μιλήσω"
και περπάτησε χαρούμενος πέντε βήματα
"τόση ώρα πρέπει να βρισκόμουν σε σύννεφο!"
αναφώνησε,γιατί πλέον έβλεπε ξεκάθαρα πως βρισκόταν στην άκρη ενός γκρεμού
και πλέον έβλεπε τα παιδιά να παίζουν
"μα,πως οι γονείς τους τα άφησαν να παίζουν δίπλα στον γκρεμό;"
αναρωτήθηκε δυνατά
μόλις τα λόγια του ήχησαν,τα παιδιά με ταχύτητα απομακρύνθηκαν
μονάχα ένα κοριτσάκι
με μεγάλα,τεράστια μάτια
τον πλησίασε και του ψιθύρισε κάτι
σε μια άγνωστη για αυτόν γλώσσα
αλλά κατάλαβε˙
το νόημα περίπου ήταν αυτό:
"Άφησέ μας ελεύθερους
αν θες
μείνε κοντά μας και προστάτευσέ μας
αλλά μην προσπαθήσεις ποτέ να μας ελέγξεις
θα φύγουμε μακριά
Άφησέ μας ελεύθερους να ζήσουμε
δίπλα στον γκρεμό
μείνε απλά εκεί και κοίταξέ μας
άκου τα γέλια μας
και τις φωνές μας
προστάτευσέ μας,αν κάποιος από εμάς πάει να πέσει από κάτω
αλλά μην επεμβαίνεις
δεν καταλαβαίνεις.."
Αυτός έμεινε να κοιτάζει
να κοιτάζει το κορίτσι ίσια στα μάτια της
ένα τραγούδι άρχισε να παίζει από κάπου εκεί κοντά
ή μακριά,δεν έχει σημασία
τα μάτια της έγιναν δύο μεγάλες
καλειδοσκοπικές ρουφήχτρες που τον τράβηξαν πάλι πίσω
στην από εδώ πλευρά του γυαλιού...

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Περεστρόικα,Ιντιφάντα και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις...

Η αλήθεια άραγε να κρύβεται στις λέξεις; Θα ήταν μια πολύ λογική εξήγηση,αλλά δεν νομίζω ότι είναι και σωστή. Πράγματι,οι λέξεις δεν αλλάζουν αλλά τα νοήματα που κουβαλούν είναι διαφορετικά,μέρα με τη μέρα,ακόμη και λεπτό με λεπτό˙και στο ίδιο λεπτό όμως το νόημα αλλάζει από άτομο σε άτομο. Και η ιστορία ακολουθεί την ίδια πορεία με τις λέξεις˙άλλωστε και η ίδια δεν είναι κάτι περισσότερο από ένα άπειρο σύνολο,λέξεων και ιστοριών που περιγράφουν ο χθες,το σήμερα και κυρίως το αύριο. Και πάντοτε, αυτές οι ιστορίες παίρνουν διαφορετικό ηχόχρωμα,ανάλογα τον πομπό και το δέκτη.'Ετσι.γεγονότα ολόκληρα παίρνουν διαφορετικό νόημα,χάνοντας από στόμα σε στόμα,από σελίδα σε σελίδα,από πληκτρολόγιο σε πληκτρολόγιο,κάθε σχέση με το πραγματικό γεγονός,όποιο και να ήταν αυτό. Λέξεις και ιστορίες όπως η Περεστρόικα,η Ιντιφάντα, η πτώση του τείχους˙και όχι μόνο αυτά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα,αλλά το παραμικρό,ένας πόλεμος που ξέσπασε χτες σε ένα χωριό της Αφρικής,ένα παιδάκι που έχασε την ακοή του από τις βόμβες που έπεσαν χτες το βράδυ, ακόμη και η προσωπική ιστορία του καθενός μας,τα βλέμματα που μας σημάδεψαν,και τα χαμόγελα που μας έκαναν να χαμογελάσουμε και μεις,ή αυτά που μας έκαναν να θέλουμε να εξαφανιστούμε από προσώπου γης,το κάθε άτομο με το οποίο είχαμε μια κάποια σχέση,καλή ή κακή, και εν τέλει, η κάθε λέξη,η κάθε λέξη που εκστομίστηκε ποτέ σ' αυτόν,ή σε οποιονδήποτε κόσμο,ψίθυροι στο σκοτάδι,ή ξαφνικές κραυγές˙όλα αυτά είμαστε εμείς˙και άλλα τόσα,είμαστε κυρίως ιστορίες,ο ένας του άλλου,ιστορίες που πολύ πιθανόν να μην εκστομίστηκαν ποτέ,που μας πέρασαν έστω και για δευτερόλεπτα από το μυαλό,και ύστερα εξαφανίστηκαν,όλα αυτά είμαστε εμείς,κι ακόμη περισσότερα...
Και εμείς,σαν τις ιστορίες που μας αποτελούν,διαφορετικά μας αντιλαμβάνονται διαφορετικοί δέκτες. Και αλλάζουμε,λεπτό προς λεπτό,ποτέ δεν είμαστε το ίδιο πρόσωπο,ποτέ η ίδια ιστορία˙είμαστε η αιώνια Ιντιφάντα του εαυτού μας˙ η Περεστρόικα που δεν τελείωσε ακόμη,και δεν προβλέπεται να τελειώσει σύντομα...

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Ταυλάνδη Incoming

Ναι λοιπόν,οι χωρικοί από την ταυλανδέζικη επαρχία εξεγείρονται,κατά του διεφθαρμένου πολιτικού τους συστήματος,κατά των σκληρών οικονομικών μέτρων που τους έχουν επιβληθεί, ζητούν μια νέα κοινωνία,με βάση την δικαιοσύνη για όλους κτλ κτλ˙ή μήπως δεν είναι έτσι;
Δεν έχουν την απαίτηση καμμίας ανατροπής στο πολιτικό τους σύστημα˙δεν θέλουν να πάρουν οι ίδιοι στα χέρια τους την εξουσία,δεν θέλουν να αλλάξουν κάτι˙υποτίθεται ότι το νόημα μιας επανάστασης είναι η αλλαγή,είναι η στιγμή που ο λαός λέει δεν αντέχω άλλο,δεν πάει άλλο έτσι˙όχι σε αυτήν την περίπτωση όμως.
Οι Ταυλανδέζοι ζητούν την επιστροφή στον προεδρικό θώκο του πρώην πρωθυπουργύ της χώρας˙ ναι,του ίδιου που κατηγορείται για οικονομικές ατασθαλίες,για διαφθορά στο δημόσιο τομέα κι όχι μόνο,για την ανεξέλεγκτη εξουσία που είχε παραχωρήσει στα όργανα της αστυνομίας;Ναι,πρόκειται για το ίδιο ακριβώς άτομο˙και πολλοί αναρωτιούνται "γιατί να τον θέλουν πίσω;" και η απάντηση είναι απλή:γιατί αυτός ο άνθρωπος τους έδωσε ελπίδα.
Και δεν νομίζω να υπάρχει κάτι σημαντικότερο από την ελπίδα. Τους έδωσε πολύ χαμηλά δάνεια,υποβοηθώντας τους να αναπτύξουν καλλιέργειες και βιοτεχνίες,έβγαλε τη χώρα από το ΔΝΤ πολύ πιο γρήγορα από το αναμενόμενο,περίπου τέσσερα χρόνια πιο πριν˙έκανε και κάτι άλλο,εξίσου σημαντικό˙δεν ήταν εξωστρεφής˙προσπάθησε να βγάλει προς τα έξω μια εικόνα ευημερίας για τη χώρα του,με κινήσεις όπως η αγορά της αγγλικής ομάδας ποδοσφαίρου Manchester City,κάνοντας τον(αμόρφωτο ως επί το πλείστον)λαό του περήφανο.
Τώρα,θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως,αφού αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο άξιος πρωθυπουργός και πως,παρ' όλες τις φήμες για διαφθορά κτλ,βοήθησε τον λαό του,είναι λογικό να γίνεται όλη αυτή η αναταραχή για την επαναφορά του στην εξουσία. Φυσικά,τα πράγματα δεν είναι έτσι˙γιατί στην ουσία αυτός ο πολιτικός ηγέτης στηρίχτηκε στις πλάτες του λαού του κι έκανε μια αμύθητη περιουσία˙γιατί φυσικά,δίνοντας δάνεια εξασφάλισε την απόλυτη υποταγή ενός λαού που,καθότι αμόρφωτος,δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει αυτήν την απάτη˙έτσι βρίσκεται τώρα παγιδευμένος στα δίχτυα ενός πολιτικού που τον εκμεταλλεύεται και,το χειρότερο είναι πως,δεν μπορεί να το αντιληφθεί αυτός ο λαός που αυτήν την στιγμή βρίσκεται στο δρόμο φωνάζοντας.
Μα,μην νομίζετε πως αυτή είναι μια σπάνια πρακτική. Οι πολιτικοί,τουλάχιστον στις χώρες όπου αυτοί υπάρχουν ακόμη,δίνουν κάποια αγαθά στους ανθρώπους που αποτελούν τον λαό τους,ζητώντας(παρασκηνιακά και πλαγίως)κάποια ανταλλάγματα˙και αυτά τα ανταλλάγματα δεν είναι τίποτε άλλο από τις ελευθερίες μας˙κι εμείς τις δίνουμε, γιατί έχουμε πάψει πια να σκεφτόμαστε παραπέρα από τη μύτη μας,πέρα από το άμεσο κέρδος˙ και να είστε σίγουροι πως τα δύσκολα χρόνια μετά από την οικονομική κρίση, οι ελευθερίες που θα μας ζητηθούν να παραδώσουμε,για ένα κομμάτι ψωμί,θα είναι πολύ περισσότερες˙μακάρι τουλάχιστον να μας έχουν μείνει μέχρι τότε κάποιες από τις ελευθερίες,ούτως ώστε να τις διαχειριστούμε εμείς όπως θέλουμε˙γιατί σήμερα,όπως και χτες,όπως και αύριο,δεχόμαστε επίθεση,μια άτυπη επίθεση˙ας μην γίνουμε Ταυλανδέζοι..

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Φωνές

Άκου αυτή τη φωνή.Ωραία. Σκέψου τώρα όσα συναισθήματα μπορεί να χωρέσει αυτή η φωνή˙και δεν μιλάω αποκλειστικά για την συγκεκριμένη φωνή,αλλά θέλω να σου δώσω ένα παράδειγμα˙θα μπορούσα να σου πω άκου τη δική σου φωνή,ή κοίτα το πρόσωπό σου στον καθρέφτη,αλλά ο άνθρωπος έχει την συνήθεια να ξεχνάει τη δικιά του φωνή,να μην μπορεί να θυμηθεί το δικό του πρόσωπο. Τέλοσπάντων,περιέγραψε τα συναισθήματα της(οποιαδήποτε)φωνής. Πολύ ωραία.Τώρα θα σου ζητήσω κάτι άλλο,λίγο πιο δύσκολο. Σήκω από τον υπολογιστή σου. Άνοιξε την πόρτα και βγες έξω. Δεν είναι τίποτα,απλά η πόρτα ανοίγει και κλείνει˙ξέρεις αυτός ο ήχος είναι ενίοτε και ανακουφιστικός.Βγες έξω και πήγαινε στον τηλεφωνικό θάλαμο˙ναι εκεί που κάθε μέρα βλέπεις οικογένειες ολόκληρες από μετανάστες να μιλάνε στο τηλέφωνο˙άλλοτε κοφτά,άλλοτε με απόγνωση,άλλοτε λέγοντας αστεία και γελώντας ή κλαίγοντας για τις δυσκολίες που φαίνονται βουνό,για τις οποιεσδήποτε παρανομίες που έχουν διαπράξει οι ίδιοι,ή που έχουν διαπραχθεί σε βάρος τους. Δεν ξέρω αν οι φωνές αυτών των ανθρώπων σας ηχούν διαφορετικές,εγώ πάντως μια διαφορά στην ποιότητα την διακρίνω..

Χρυσόψαρα

Δεν ξέρω αν το νιώθετε κι εσείς συχνά,ή μήπως είναι δικιά μου παραξενιά,μα νιώθω πως είμαι ένα χρυσόψαρο και τίποτα περισσότερο.Και για να σας προλάβω,όχι δεν έχω τρελαθεί ακόμη˙απλώς ξεχνάω-και,δυστυχώς,ξεχνάω τα σημαντικά.Ξεχνάω τι ήθελα να πω όταν βλέπω αυτές τις σκηνές,που κάποιους τους κάνουν να νιώθουν εθνικά υπερήφανους και κάποιους εθνικά ορφανούς˙άλλες φορές ξεχνάω τι σημαίνουν κάποια πράγματα˙τι σημαίνει να είσαι επαναστάτης και τι σημαίνει να είσαι θρασύδειλος κι έχω πάντα μια περίεργη εικόνα στο μυαλό μου˙βλέπω τους πολιτικούς αυτής της χώρας σαν μικρά παιδιά που πετούν πέτρες σέ μια τζαμαρία,κι όταν αυτή σπάσει,φοβούνται όλοι τις ευθύνες,αν και ποτέ δεν τους είπε τίποτε κανείς.Αυτή η τζαμαρία είμαστε εμείς,η κοινωνία˙την δικιά μας αντίδραση φοβούνται,και πρόκειται όντως για μικρά παιδιά,που δεν έχουν την ικανότητα να πάρουν επάνω τους καμμία ευθύνη.Μα φοβάμαι πως,δυστυχώς,είμαστε όλοι λίγο-πολύ χρυσόψαρα.Και ως γνωστόν,τα χρυσόψαρα έχουν μνήμη μοναχά τριών δευτερολέπτων...

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Τρένα

Η ζωή μας ολόκληρη,σαν ένας τεράστιος σταθμός τρένων˙μόνο που αυτά τα τρένα δεν γράφουν,ποτέ δεν έγραφαν και ποτέ δεν θα γράψουν προορισμό. Κι εμείς εκεί,περιμένοντας πάντα το επόμενο τρένο,θέλουμε να φτάσουμε κάπου,μα δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το πού˙και ανεβαίνουμε συνέχεια σε κάποιο τρένο,κατεβαίνουμε στους σταθμούς, γνωριζόμαστε με τους συνεπιβάτες μας,με κάποιους από αυτούς ταξιδεύουμε συχνά μαζί, κάποιους από αυτούς τους χάνουμε, κάποιους τους ξαναβρίσκουμε, μα ποτέ,ποτέ,δεν τολμάμε να φύγουμε από την αίθουσα αναμονής˙κάποιοι από εμάς θέλουν πάση θυσία να φτάσουν στον ιδανικό προορισμό,έτσι δεν ταξιδεύουν καθόλου,περιμένοντας το κατάλληλο τρένο,με κίνδυνο να μην το αναγνωρίσουν όταν το δουν˙κάποιοι άλλοι ποντάρουν τα πάντα στο επόμενο τρένο,και δε φοβούνται μην τα χάσουν˙υπάρχουν και κάποιοι άλλοι,πολύ λίγοι, που έχουν καταλάβει πως στην πραγματικότητα,το ταξίδι είναι που μετράει...

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Έτσι είναι.Ρίχνεις τα ζάρια, μα δεν ξέρεις τι θα σου φέρουν˙στην πραγματικότητα, δεν ξέρεις ούτε τι θα ήθελες να σου φέρουν˙απλά τα ρίχνεις και περιμένεις.
Έτσι ξεκινάει κι αυτό το blog˙σαν ένα ρίξιμο του ζαριού που μπορεί να σε φέρει πολύ κοντά στο να νικήσεις την παρτίδα˙ή που μπορεί να σε κάνει να τα χάσεις όλα. Ένα ανοιχτό παράθυρο, από το οποίο μπορεί να μπει το φως ˙ ή να φύγει από αυτό όλη η ζεστασιά˙πάνω απ' όλα όμως είναι ένα αβέβαιο βήμα, από αυτά που κάνουν οι άνθρωποι κάθε μέρα, χωρίς να γνωρίζουν που θα τους οδηγήσει, άλλα έχοντας την βαθιά θέληση να μάθουν τον επόμενο προορισμό.
Έτσι είναι λοιπόν