Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Γυρνάς στο σπίτι σου στις 15:15.
Το κεφάλι σου πονάει.
Βάζεις να φας· ένα κομμάτι κοτόπουλο και κάποιες παγωμένες πατάτες.
Το κεφάλι σου πονάει.
Ανοίγεις την τηλεόραση. Ειδήσεις.
Ακούς:«Επίθεση αυτοκτονίας στην πολεμική ζώνη της...»
Το κεφάλι σου πονάει.
Η δουλειά δεν πήγε καλά σήμερα.
Ακούς:«Νέες δηλώσεις του υπουργού»
Το κεφάλι σου πονάει.
Κοιτάς το παγωμένο κοτόπουλο. Κοιτάς τις παγωμένες πατάτες.
Σου λείπουν τα παιδιά σου.
Και το κεφάλι σου πονάει.
Κι ας μην έχεις παιδιά· κι ας σε έχουν διώξει-μήνες τώρα-από τη δουλειά.
Ακούς:«Επιστήμονες ισχυρίζονται ότι βρίσκονται πολύ κοντά στην ανακάλυψη-»
Σκέφτεσαι,μακάρι να βρισκόσουν κι εσύ κοντά,πολύ κοντά·σε κάτι.
Όμως το κεφάλι σου πονάει.
Σηκώνεσαι από το τραπέζι,το κοτόπουλο είναι άθικτο,από τις πατάτες λείπει μία.
Από την τηλεόραση ακούγεται«ας περάσουμε τώρα στα αθλητικά»
Αλλά εσύ δεν το ακούς·
όχι·
Βρίσκεσαι έξω στο μπαλκόνι.
Το κεφάλι σου πονάει.
Πηδάς·
ο πόνος έχει ήδη υποχωρήσει· κάπως

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Βουτιά (2.)

Δεν είχε αντέξει.
Την έβλεπε τα μεσημέρια ξαπλωμένη στο κρεβάτι τους. Δεν είχε αντέξει.
Την έβλεπε καμμιά φορά στο δρόμο να περπατά, και αυτός ήταν δίπλα, πολλές φορές της κρατούσε και το χέρι, αλλά δεν είχε αντέξει.
Μια από αυτές τις φορές που εκείνη είχε πέσει για ύπνο από νωρίς κι εκείνος δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει, και ήταν τόσο όμορφη και εκείνος σκέφτηκε "με μαχαίρι!".
Σκέφτηκε με μαχαίρι γιατί είχε νιώσει την ασχήμια του, την είχε αισθανθεί να αιωρείται πάνω από το κρεβάτι της, μέσα στο διαμέρισμα, κάτω από τα σεντόνια, είχε νιώσει την ασχήμια μέσα του.
Και δεν το άντεξε. Ένα μεσημέρι σήκωσε το μαχαίρι και της χάραξε το πρόσωπο. Της έσκισε το λαιμό και μετά, με αργές μεθοδικές κινήσεις, έμπηξε το στιλέτο στα στήθια της, στην κοιλιά της, την γύρισε μπρούμυτα και την μαχαίρωσε από πίσω, και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του, και τα χέρια του έτρεμαν, έτρεμαν όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν νεκρή.
Στη συνέχεια ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Στάθηκε αποφασισμένος απέναντι από τον καθρέφτη και, σαν να ήταν παιχνίδι, έστρεψε το στιλέτο στον εαυτό του.Ένιωσε έναν ξαφνικό πόνο και έκλεισε τα μάτια. αμέσως.
Μετά..μετά ξύπνησε πολύ νωρίς. Βγήκε από το σπίτι του και περπάτησε, περπάτησε αρκετά. Ο δρόμος τον έβγαλε στην παραλία. Εκεί κάθισε κάτω στην ακρογιαλιά και θυμήθηκε τι έγινε την προηγούμενη μέρα.
Σκέφτηκε τι έπρεπε να κάνει.
Σκέφτηκε να ξεπλύνει τα χέρια του στο νερό.
Μα δεν είχε προσέξει πως ένας γέρος βρισκόταν πίσω του, κάποιος που τον κοιτούσε με μεγάλο ενδιαφέρον."Τι κάνεις εκεί;"
"Πλένω τα χέρια μου"
"Γιατί τι έκανες και πρέπει να τα πλύνεις;"
"Τι σε νοιάζει εσένα; Σε ξέρω;"
"Και ναι και όχι. Εγώ πάντως σε ξέρω."
"Ποιος είσαι;"
"Κάποιος που κάνει τζόκινγκ πρωί πρωί στην περιοχή της..αλήθεια πως λέγεται αυτή η περιοχή;"
Κοίταξε πρώτα τον γέροντα κι έπειτα γύρω του. Η περιοχή δεν του θύμιζε τίποτα. Μα πώς είχαν απομακρυνθεί από την παραλία χωρίς να το καταλάβει;
"Δεν αναγνωρίζεις την περιοχή;"
"Όχι,σίγουρα όχι, ούτε την περιοχή ούτε εσένα. Και δεν σκοπεύω να καθίσω για πολύ ακόμα εδώ."
"Δεν νομίζω ότι έχεις κάπου να πας. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Πες μου, είσαι έτοιμος να με ακολουθήσεις; Φαντάζομαι ξέρεις γιατί είμαι εδώ."
Ο γέροντας άπλωσε τα χέρια του. Κρατούσε ένα στιλέτο, το στιλέτο."Είμαι έτοιμος." είπε τότε. Τα είχε καταλάβει πλέον όλα. Είχε έρθει το τέλος. Κοίταξε τα χέρια του και αίμα ανάβλυζε.
"Ωραία λοιπόν. Πάρε φόρα. Θα βουτήξουμε. Εντάξει;"
"Εντάξει."
Πήραν φόρα και βούτηξαν. Το νερό δεν ήταν πολύ κρύο.

Ξύπνησε απότομα. Για την ακρίβεια πετάχτηκε όρθιος. Ένιωσε να πνίγεται.
Κοίταξε το ρολόι. Έδειχνε 5:13.
Κοίταξε δίπλα του. Ένα χαζό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.

Βουτιά (1.)

Ξύπνησε απότομα. Για την ακρίβεια πετάχτηκε όρθιος. Η ανάσα του ήταν ρηχή. Ήταν ιδρωμένος και ένιωθε τα πνευμόνια του να καίνε,να καίνε σαν να είχε τρέξει χιλιόμετρα.
Κοίταξε το ρολόι. Έδειχνε 5:13.Έκλεισε για λίγο τα μάτια και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι,αλλά τίποτα δεν του ήρθε στο μυαλό. Προσπάθησε να θυμηθεί το όνειρο που τον έκανε να πεταχτεί από τον ύπνο του, αλλά και πάλι τίποτα δεν του ήρθε στο μυαλό.
Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Σκέφτηκε πως,μιας και δεν προβλεπόταν να ξανακοιμηθεί, καλύτερα να εκμεταλλευόταν πλήρως τον χρόνο του και να έκανε μια βόλτα με τα πόδια, από αυτές που έκανε όταν ήταν παιδί και τώρα τόσο του είχαν λείψει.
Ντύθηκε και βγήκε στον δρόμο. Έκανε κρύο. Δεν τον ένοιαζε. Απλά ήθελε να περπατήσει.
Και πραγματικά περπάτησε. Και έφτασε στην παραλία,η οποία αυτήν την εποχή του χρόνου ήταν άδεια από ομπρέλες από κόσμο από παιδιά. Ίσως βέβαια να ήταν και η ώρα τέτοια. Ήταν δεν ήταν 6.
Έσφιξε λίγο περισσότερο το παλτό του πάνω στο τσιτωμένο από την παγωνιά κορμί του, κατέβηκε τα σκαλιά και έφτασε κοντά στην ακροθαλασσιά. Εκεί έκατσε κάτω και σκέφτηκε τι έπρεπε να κάνει.
Σκέφτηκε πως δεν του είχαν μείνει και πολλά.
Γιατί τα χέρια του ήταν βαμμένα με αίμα.
Δεν είχε αντέξει άλλο και είχε βάλει ένα τέλος.