Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Πρωί, ταξιδεύοντας με τρένο


Είναι πρωί και κάνει κρύο. Εγώ είμαι ντυμένος καλά, αλλά και πάλι κρυώνω. Πάντα ξεχνάω να φορέσω τα γάντια μου, τα δάχτυλα παγώνουν, κοκκινίζουν και τρέμουν. Ας είναι. 6.20. Το τρένο φεύγει στις 6.35. Ο σταθμός είναι από παντού ανοιχτός και φυσάει. Είμαστε ελάχιστοι και περιμένουμε.

Στις 6.28 μπαίνουμε μέσα. Ψάχνω απεγνωσμένα για ένα άδειο κουπέ. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από έναν ευχάριστο συνταξιδιώτη τέτοια ώρα. Να σου πιάνει την κουβέντα. Αυτή η ώρα δεν είναι της κουβέντας. Είναι της μοναξιάς και της σκέψης. Μακάρι, και του ύπνου.

Βρίσκω το κουπέ των ονείρων μου. Άδειο. Μπαίνω μέσα και κλείνω αμέσως το κουρτινάκι της εισόδου. Παλιό το κόλπο, ενδεχομένως, αλλά πάντα πιάνει. Ακουμπάω τον σάκο μου στην απέναντι θέση. Ένα ακόμα μέτρο. Ίσως και να πιάσει, θα δείξει.

Δε βγάζω το παλτό μου. Κρυώνω, και το κρύο, από μικρό παιδί με νύσταζε. Κοιτάζω απ' έξω τον σταθμό να απομακρύνεται. Έχω μπροστά μου δύο ώρες, ένα τέταρτο, και μιαν απέραντη νύστα. Μαζεύω τα χέρια μου στο στήθος και κλείνω τα μάτια. Όνειρο.

Ανοίγω τα μάτια. Αισθάνθηκα την απότομη κίνηση του τρένου, που σταματά στον σταθμό. Κοιτάζω απ' έξω. Βρισκόμαστε ακόμα στα περίχωρα, στα πιο μακρινά προάστια. Κάποιοι, εργάτες μοιάζουν, συζητούν με τον εισπράκτορα. Η ώρα, σύμφωνα με το ρολόι του σταθμού, είναι 6.58.

Κάνω να κλείσω τα μάτια πάλι, αλλά αφουγκράζομαι κίνηση στο διάδρομο. Πρέπει να είναι κάποια οικογένεια. Μακάρι, μακάρι να μην έρθουν εδώ! Απομακρύνονται. Ακούω βήματα. Απομακρύνονται. Η παρέα των εργατών ανεβαίνει κι αυτή. Δεν χωράνε, έτσι κι αλλιώς. Τα βήματά τους και οι φωνές απομακρύνονται. Ησυχία.

Ακούγεται ένα ευγενικό τοκ-τοκ στην πόρτα. Φρίκη. Δε μιλάω. Κλείνω τα μάτια. Η πόρτα ανοίγει. Σκέφτομαι, ίσως δει την τσάντα και φύγει. Σκέφτομαι, ίσως απογοητευθεί, ίσως να ψάχνει κι αυτός την ησυχία του. Ακούω τον άγνωστο να κάθεται.

Μία σκέψη μου περνάει από το μυαλό: κι αν δεν είναι άγνωστος; Αν είναι άγνωστη; Όμορφες σκέψεις με πλημμυρίζουν. Ανοίγω προσεκτικά τα μάτια. Δεν πρέπει να με δει. Φυσικά, είναι άντρας. Διαβάζει εφημερίδα. Ξανακλείνω τα μάτια, αλλά δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα ξανανοίγω και ξεροβήχω-με κοιτάει, τον κοιτάω, με καλημερίζει. Τον καλημερίζω και γω. Χαμογελάει και διαβάζει την εφημερίδα του.

Μου φαίνεται γνωστός. Κάπου πρέπει να τον έχω ξαναδεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ. Τα μαλλιά του, το πρόσωπό του, τα στρογγυλά γυαλιά του, μου είναι όλα γνωστά. Το βλέμμα του, τα μαύρα μάτια. Το χαμόγελο με ξενίζει.

Όταν τον είχα δει, δεν πρέπει να χαμογελούσε. Κοιτάζω στο παράθυρο, την ανάκλαση του προσώπου του, δαγκώνω τα νύχια μου, πασχίζω να θυμηθώ πού τον έχω ξαναδεί. Σίγουρα δεν ανήκει στις κοινωνικές μου επαφές. Ούτε στους πελάτες της εταιρείας μας. Αναμφίβολα, αν ήταν έτσι, θα τον θυμόμουνα. Ίσως κάποιος μουσικός, κάποιος ηθοποιός; Δεν νομίζω να ταξίδευε τέτοια ώρα στην οικονομική θέση του τρένου.

Θεέ μου. Θυμάμαι. Πρωτοσέλιδο εφημερίδας, μιας (ίσως δύο) βδομάδων πριν. Πρώην κατάδικος ληστεύει τράπεζα. Παραμένει ασύλληπτος. Οπλοφορεί και είναι επικίνδυνος. Και από κάτω, η φωτογραφία του. Ίδιος. Μόνο που δεν χαμογελάει.

Τον κοιτάζω στα μάτια. Με κοιτάζει κι εκείνος. Μου χαμογελά. Ίσως και να κατάλαβε πως τον αναγνώρισα. Ίσως να κινδυνεύει η ζωή μου. Πετάγομαι όρθιος, βουτάω την τσάντα μου. Στην επόμενη στάση κατεβαίνω.

Είναι 7.15. Έχει ξημερώσει, αλλά ακόμη κάνει κρύο. Η ανάσα μου σχηματίζει υγρατμούς. Ποτέ δε μου άρεσε να ταξιδεύω με τρένο τέτοια ώρα-ειδικά μια Τρίτη πρωί.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Σε ένα μοτέλ, κάπου



Ακούστηκε ο ήχος από νερό που τρέχει, και πέφτει στα πλακάκια. Το φως στο μπάνιο ήταν ανοιχτό, και η πόρτα ήταν ανοιχτή.

Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Φορούσε μία γκρι φανέλα, ένα μαύρο τζην και τις αγαπημένες του μπότες. Ήταν κοντοκουρεμένος, αξύριστος, και στο λαιμό του ήταν περασμένη μία στρατιωτική ταυτότητα.

Μία φωνή ακούστηκε από το μπάνιο.
-Τζιμ, μωρό μου, το νερό είναι υπέροχο.
Ο Τζιμ γύρισε ανάσκελα. Έπιασε από το κομοδίνο το πακέτο με τα τσιγάρα του, έβγαλε το τελευταίο, το άναψε, πέρασε το χέρι του πίσω από το κεφάλι του και ξάπλωσε.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

"Μαλάκα, μεγαλώσαμε"

-Σκάσε ρε μαλάκα!
-Μισή-μισή. Τέλος!
Κρατούν ένα μπουκάλι μπύρα.
-Εγώ τη βρήκα, εγώ θα τη μοιράσω!
Είναι κοντά 13 χρονών. Είναι ξαδέρφια.
-Εντάξει. Να δω τι μαλακία θα κάνεις.
-Φέρε το ποτήρι σου.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Μιλώντας για καλοκαίρια

Είναι μεσημέρι, ακόμα. Καθόμαστε στην αυλή. Συζητήσεις από χτες το βράδυ. Στο ξύλινο τραπέζι, μισοάδειες κούπες καφέ-μία κιτρινισμένη τράπουλα. Δε φοράω μπλούζα. Ο ήλιος πέφτει στα μάτια μου. Ευτυχία. Φυσάει· λίγο· μου 'ρχεται η μυρωδιά της θάλασσας. Τη βλέπω, μακριά, να σαλεύει.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Οι περιπέτειες του κ. Ναπολέων

 Ήταν Σάββατο βράδυ. Ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ με έναν κουβά παγωτό στο ένα χέρι και το τηλεκοντρόλ στο άλλο-υπάρχει καλύτερος τρόπος να περάσει κανείς ένα σαββατόβραδο σαν κι αυτό;

Και εκεί που ξεκινούσε το παιχνίδι γνώσεων, μόλις είχαν ακουστεί οι πρώτες νότες του μουσικού θέματος, όταν συνέβη το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί: χτύπησε το τηλέφωνο. Θέλω να πω, θα μπορούσαν να συμβούν πολύ χειρότερα-ένας σεισμός ή ένας κομήτης(ή ένας πλασιέ)- αλλά εκείνη την ώρα μου φάνηκε το χειρότερο απ' όλα.


Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Λοιπόν θα μ' ακούσεις, επιτέλους;

Ήταν ένας ψηλός μελαχρινός άντρας, γύρω στα 30, με μακριά μαύρα μαλλιά, και ένα κακοσχηματισμένο μουστάκι. Φορούσε ένα μπλε καρό πουκάμισο, ένα παντελόνι απροσδιορίστου σκούρου χρώματος και ψηλές, αμερικάνικες μπότες. Περπατούσε με τους αντίχειρες θηλυκωμένους στη ζώνη του, σφυρίζοντας ένα τραγουδάκι.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Κάποιο ξημέρωμα

Ο ποιητής με πολύ κόπο σηκώθηκε από το κρεβάτι του και πήγε στο μπάνιο ύστερα από μία πολύ κουραστική νύχτα. Το κεφάλι του βούιζε και μία σκέψη αντηχούσε, σαν να ερχόταν ένας αντίλαλος από το υπερπέραν.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Ο νικητής του λαχείου

Ο συρμός έφτασε στον σταθμό. Αυτός βγήκε, ανέβηκε τα σκαλιά και περπάτησε στην πλατεία. Ο ήλιος έκαιγε. Πρέπει να είχε τουλάχιστον 30 βαθμούς, αλλά αυτός ήταν ντυμένος με πουκάμισο και μακρύ, καφέ παντελόνι, το οποίο συγκρατούσε με δύο κόκκινες τιράντες. Τα μαλλιά του ήταν επιμελώς χτενισμένα, και μία (σχεδόν) τέλεια χωρίστρα δέσποζε στο αριστερό μέρος του κεφαλιού του. Στο δεξί χέρι κρατούσε μία εφημερίδα, διπλωμένη, ενώ με το αριστερό στερέωνε τα μυωπικά γυαλιά στο κεφάλι του.


Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Οδηγίες για μία θεατρική παράσταση που θα παραμείνει αξέχαστη

Χτυπάει το τρίτο κουδούνι. Τα φώτα χαμηλώνουν και σιγή απλώνεται στην πλατεία του θεάτρου. Θεατές γεμάτοι προσμονή, να περιμένουν να ξεκινήσει επί τέλους η παράσταση. Το σκηνικό, ένα θέατρο. Παλιό, πλέον αποθήκη. Διάσπαρτα αντικείμενα, αλλοτινών παραστάσεων και διθυραμβικών κριτικών και προσωπικών θριάμβων.


Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
θα σκάσει σαν βόμβα
ένα μεσημέρι
όταν η πόλη θα λιάζεται
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
ο μικρός θα ρωτήσει τον πατέρα
γιατί δε χαμογελάς;
γιατί κανείς δε χαμογελά;
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
ο πατέρας θα χαμηλώσει το βλέμμα
το ίδιο βράδυ, θα κλείσει την τηλεόραση
το ίδιο βράδυ, θα κατέβει στην πλατεία
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
χιλιάδες πατέρες, χιλιάδες μητέρες
κι αμέτρητα παιδιά θα βρεθούν στο δρόμο
αναζητώντας ένα χαμένο χαμόγελο
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
όταν κι ο τελευταίος σηκωθεί
κλείσει την οθόνη και βγει έξω
η τηλεόραση δε θα δείχνει τίποτα πια
δε θα δείξει καμμία επανάσταση
θα γίνει η ίδια σύμβολο επανάστασης
η κλειστή τηλεόραση

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
γι' αυτό σήκω από τον καναπέ σου
ετοιμάσου· δε χρειάζεται κάτι περιττό
ένα βλέμμα στον καθρέφτη, μια σφιγμένη γροθιά


*αλλά η τηλεόραση δε θα σε προετοιμάσει για την επανάσταση
γιατί η τηλεόραση δε θα δείξει την επανάσταση

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Ταξίδι με το Ασανσέρ

3..2..1..0..Ντιν!
Το ασανσέρ μόλις έφτασε.
Μπήκε μέσα αργά, σέρνοντας τα πόδια του. Η ξανθιά κυρία με τα δύο πιτσιρίκια και τις τέσσερις πλαστικές σακούλες-δύο στο κάθε χέρι-τον ακολούθησε, ενόσω τα παιδάκια, ίσως τα εγγόνια της, τραγουδούσαν ευτυχισμένα ένα παλιό παιδικό τραγουδάκι.
"Σε ποιον όροφο πάτε;"
"Στον τέταρτο."

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Η Έμπνευση

Κάθισε στην καρέκλα του, την αγαπημένη ξύλινη καρέκλα του. Ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο κι έτριψε τα μάτια. Στην άκρη ένα κερί σιγόκαιγε. Τα μάτια του ήταν κόκκινα. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Νότες ξεχύθηκαν. Νότες μεθυστικές, αρωματισμένες με τα πιο απόκρυφα αρώματα, στολισμένες με τα πιο ακριβά κοσμήματα, κι όμως, στεγνές, αιχμηρές.
Τράβηξε από την στοίβα δυο-τρεις καθαρές σελίδες και τις ακούμπησε εμπρός του. Ένιωθε μία φούντωση, μία έξαψη. Βούτηξε την πένα στο μελάνι κι έκανε να γράψει, μα στάθηκε. Άφησε στην άκρη την πένα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του, γύρισε επάνω τα μανίκια. Ξανάπιασε την πένα κι άρχισε να γράφει.
Ήταν η έμπνευση αυτή που τον είχε επισκεφθεί, άξαφνα, εκείνο το βράδυ. Έμπνευση· και τι σπάνιο συναίσθημα! Ένιωθε τα σωθικά του να καίνε. Το μυαλό του να βρίσκεται κάπου πάνω από αυτόν και να παρατηρεί την κατάσταση, να δίνει εντολές και συμβουλές. Σαν να επιστρέφει από τη χώρα των νεκρών, όπως ήταν, με μαλλιά αχτένιστα, άκομψα αξύριστος, με λυτή γραβάτα κι ανοιχτό πουκάμισο με τσαλακωμένα μανίκια, έγραφε κι έγραφε, με τα μάτια του κόκκινα να παρατηρούν ασάλευτα τις γραμμές που τραβούσε.
Ήταν η έμπνευση αυτή που τον είχε επισκεφθεί, άξαφνα, εκείνο το βράδυ. Και μόλις τελείωσε, απίθωσε μιαν ολόκληρη, καινούργια πλέον, στοίβα, δίπλα στις παλιές, έβαλε λίγο ακόμη ουίσκι στο ποτήρι του, πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε στο κερί που είχε-σχεδόν-λιώσει κι έγειρε πίσω.
Κι αν κάποιος παρακολουθούσε κρυφά από μία γωνία, θα έβλεπε μέσα από τους καπνούς και τις μυρωδιές αλκοόλ και ιδρώτα. μια μικρή πράσινη νεράιδα, να το γυροφέρνει. Ήταν η Έμπνευση· κι έτσι όπως τίναζε τα φτερά της, τον κάλυπτε σε μία πράσινη νεφέλη, που αιωρούνταν για λίγο γύρω του, κι ύστερα, χανόταν.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Αυτοκινητόδρομος

Καθόντουσαν για άλλη μία φορά στο ίδιο γωνιακό τραπεζάκι της ίδιας καφετέριας. Έλεγαν πως εκεί μόνο βρίσκουν ησυχία να τα πουν. Έλεγαν πως γουστάρανε να βλέπουν τα αμάξια να περνούν. Ο ένας ήταν ψηλός με γκρίζα μαλλιά και κρατούσε ένα ζεστό καφέ, ενώ ο άλλος, λίγο κοντύτερος, με μαύρα μαλλιά και μαύρα μεγάλα μαλλιά, κάπνιζε ένα τσιγάρο. Και καθώς ο καπνός ανέβαινε για να διαλυθεί στον αέρα, ρώτησε:
"Τελικά τι τρέχει με τα αρχίδια σου; Θα τα σώσεις;"
"Σου είπα, δεν είναι τίποτα. Μια κήλη μόνο. Θα τη βγάλω."
Ο άλλος ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και κοίταξε ένα αμάξι που έμπαινε στο πάρκινγκ. Η συζήτηση αυτή δεν του άρεσε και πολύ. Την άλλαξε αμέσως.
"Τι θα κάνεις το βράδυ;"
"Τίποτα."
Το αμάξι ήταν ένα κόκκινο, σπορ. Πάρκαρε στην αριστερή πλευρά του πάρκινγκ.
"Γιατί δεν έρχεσαι σπίτι μου; Γιορτάζει η γυναίκα μου."
"Δε χωρίσατε;"
"Τον άλλο μήνα βγαίνει το διαζύγιο."
Η πόρτα του κόκκινου αυτοκινήτου άνοιξε και από μέσα βγήκε μία μελαχρινή οπτασία.
"Έλα, θα 'χει πολύ κόσμο, και φαγητά, και ποτά, και τα πάντα."
"Καλά, μπορεί να περάσω."
Η κοπέλα ανέβηκε τα σκαλιά. Φορούσε στενά, πραγματικά στενά τζιν και μία κοντή μπλουζίτσα, που άφηνε εκτεθειμένη την κοιλιά της, και μεγάλο μέρος του μπούστου της.
"Καλή γκόμενα, έτσι;"
"Καλή φίλε μου δε λες τίποτα."
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, αλλά τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να περνούν. Μάλιστα, το ρεύμα της εισόδου είχε μπουκώσει. Τρελοί άνθρωποι.
Θα περίμεναν να δουν την γκόμενα να κατεβαίνει τις σκάλες κι ύστερα μάλλον θα έφευγαν. Ίσως να συναντιούνταν αργότερα, ίσως κι όχι. Εν τω μεταξύ, ο ένας έσβηνε τη γόπα του τσιγάρου του, κι ο άλλος τέλειωνε με μία μεγάλη γουλιά τον καφέ του.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Αυτή η πόλη

Η πόλη ζει μέσα στα φώτα της
ακροβατεί επικίνδυνα, ανάμεσα
στα άγρια παιδιά που περπατούν στα στήθια της
και στα πρόβατα που αρμενίζουν στην κοιλιά της
Η πόλη σιγοτραγουδά χαρμόσυνα
ένα θρήνο
φοράει τα γιορτινά της
για να μας καλωσορίσει σε έναν καινούργιο εφιάλτη

Η πόλη ζει μέσα στα φώτα της
κοχλάζει ανυπόμονη
σε μια σάπια φλέβα
βυθίζεται στη μαύρη λίμνη
και μόλις φτάνει στον πάτο
τινάζεται
και βγαίνει πάλι στον αφρό

Αυτή η πόλη στέκει μόνη
Στέκει μόνη
Αυτή η πόλη
τρώει λίγο λίγο τα παιδιά της
φουσκώνει κι αφρίζει
σκεπασμένη από σύννεφα
μαύρα σύννεφα

Αυτή η πόλη ζει μέσα στα φώτα της
φοράει το τσιμεντένιο πανωφόρι της
και βγαίνει στη γύρα
σε μιαν άδεια πλατεία
σε μια βουβή οχλαγωγία
την ώρα που το κουδούνι χτυπάει
και κανείς δεν είναι εκεί για να ανοίξει
όταν οι τοίχοι ανοίγουν
και από μέσα ορθώνονται περήφανα δύο χέρια απλωμένα
με ένα λουλούδι κι ένα μαχαίρι

Τότε η πόλη σιωπηλή
κολυμπάει μέσα στα φώτα της
ψαρεύει τις σιωπές των παιδιών
σκοντάφτει στις σκιές τους
τα αγκαλιάζει
τα σφίγγει στην αγκαλιά της
μέχρι την ενδέκατη ώρα-
μέχρι να είναι πολύ αργά.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Σήμερα

Είμαστε τα χαμένα αδέρφια
μια ολόκληρη γενιά
από παρατημένα παιδιά
ή παιδιά που παράτησαν τα ίδια
την οικογένειά τους, την πατρίδα,
τη θρησκεία
Είμαστε τα παιδιά του τίποτε
προερχόμαστε από τη μετριότητα
και κινούμαστε πάνω σε αυτή
γόνοι μιας κοινωνίας
που δε μας έκανε ούτε πλούσιους ούτε φτωχούς
μπάσταρδα παιδιά του Marx και του Big Brother
αναγκασμένοι πάντοτε να συμβιβαζόμαστε
Είμαστε τα παιδιά του πουθενά
δε θα πολεμήσουμε σε κανέναν πόλεμο
δε θα μας κατακτήσει κανένας κατακτητής
δε θα ζήσουμε καμμία αλλαγή
δε θα επαναστατήσουμε απέναντι σε καμμία εξουσία
Γιατί είμαστε τα παιδιά του τίποτε
είμαστε η εξουσία
είμαστε οι κατακτητές
και η ζωή μας ένας πόλεμος, καθημερινά
Είμαστε τα χαμένα αδέρφια
μια ολόκληρη γενιά
μπερδεμένη·
δεν έχουμε εχθρούς
δεν έχουμε φίλους
έχουμε μόνο στόχους
Σχολείο,δουλειά,τάφος
δουλειά,δουλειά,δουλειά
και πρωινό ξύπνημα στις 7

και μην νομίζεις ότι θα ξεφύγεις
πάντοτε αυτοί θα είναι εκεί
ο επιστάτης, ο προϊστάμενος
ο συνάδελφος, ο συμμαθητής
ποτέ δε μένεις μόνος
ποτέ δεν αποφασίζεις μόνος
ποτέ δεν σκέφτεσαι μόνος
ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΟΥ

Είμαστε τα μπάσταρδα παιδιά του σήμερα
ηττημένοι σε μια μάχη που δε θα δώσουμε ποτέ
όμορφοι, με μια ομορφιά που δε μας ανήκει
αλλόκοτοι υπηρέτες
σε μισθοφορικά όνειρα

Κι αν νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα,
άκου κι ετούτο:
Έχε τα μάτια σου ανοιχτά, και τα
αυτιά σου κεραίες, γιατί δε θα
αργήσουμε εμείς, γοητευτικοί
και νικημένοι και ονειροπόλοι
και ξένοι, να σηκώσουμε τις
μπότες μας, και να σε πατήσουμε,
να σε λιώσουμε από κάτω.

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Το τραπουλόχαρτο (part 3)

Έπιασε το περίστροφο στα χέρια του και το περιεργάστηκε. Κλικ. Το απασφάλισε και το ακούμπησε ξανά στο τραπέζι, δίπλα στην τράπουλα.
«Ακόμη κι αν δεν υπάρχει δικαιοσύνη, ακόμη κι αν δεν υπάρχει Θεός, υπάρχει σίγουρα η Τύχη. Αυτή θα αποφασίσει ποιος πεθαίνει και ποιοι ζουν. Αν πεθάνει ένας από τους αμαρτωλούς, σημαίνει πως η Τύχη δε λειτουργεί ‘’τυχαία’’, αλλά όντως υπάρχει κάτι. Αν πεθάνει ο αθώος, δηλαδή εγώ, τότε τίποτα δεν υπάρχει και ζούμε μάταια, σε έναν κόσμο που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, δύο αμαρτωλοί θα ζήσουν· θα ζήσουν γνωρίζοντας πως θα τιμωρηθούν, αργά ή γρήγορα, ή πως θα συνεχίσουν ατιμώρητοι να υπηρετούν μοναχά τους εαυτούς τους.»
Ο Ιακωβίδης πετάχτηκε όρθιος και ούρλιαξε, έξαλλος:
«Είσαι τρελός! Θα φωνάξω την αστυνομία, θα σε κλείσω στο τρελάδικο, τρελάρα! Δεν μπορείς να με απειλείς μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, θα το πληρώσεις, θα…»
Αλλά ο Κριεζής τον έκανε να σωπάσει. Του έχωσε με μία νωχελική κίνηση το περίστροφο στο στόμα και του είπε:
«Καλύτερα να κάνεις ησυχία. Αλλιώς μπορεί να είσαι εσύ αυτός που θα πεθάνει, μόνο και μόνο επειδή το θέλω εγώ, και τυχαίνει να κρατάω ένα γεμάτο όπλο.»
Μόλις ο Ιακωβίδης σταμάτησε να σκούζει και να κουνιέται απεγνωσμένος, ο Κριεζής ξεκίνησε πάλι να μιλάει:
«Λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι, έχουμε ακόμη 7 λεπτά, και νομίζω πως πρέπει να τελειώνουμε. Σας έχω ένα παιχνιδάκι-είμαι σίγουρος πως θα σας αρέσει. Θα τραβήξουμε όλοι μας από ένα φύλλο. Όποιος έχει το χαμηλότερο, πεθαίνει. Πώς σας φαίνεται; Έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία· εγώ αποφασίζω. Εσύ, Βολονάκη, κόψε και τράβα.»
Ο Βολονάκης, πανιασμένος και με το χέρι του να τρέμει, έκοψε όπως-όπως και τράβηξε.
«Δείξε μας τι είναι.»
Ήταν ένα 8.
«Σειρά σου», διέταξε ο Κριεζής τον Αλταμούρα και τον σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια.
Τράβηξε 5.
«Ιακωβίδη, εσύ.» Τον κάρφωσε με τα μάτια του. Ο Ιακωβίδης έτρεμε από φόβο και οργή, και από τη θέλησή του να του ορμήσει. Αλλά το όπλο ήταν πλέον στραμμένο πάνω του, και δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Έτσι, με αργές, μεθοδικές κινήσεις, τράβηξε το φύλλο του.
Ήταν ένας βαλές.
Το χαμόγελό του συσπάστηκε από μία ανείπωτη ευτυχία, ενώ τα μάτια του Κριεζή, γουρλωμένα, έμοιαζαν, κόκκινα πλέον, να δακρύζουν από την ένταση.
Κοίταξε γύρω του, με δύο γουλιές τελείωσε το πράσινο ποτό του, πήρε την τράπουλα στα χέρια του και την περιεργάστηκε. Την ένιωσε να χτυπά, σαν να είχε δικιά της καρδιά, σαν να είχε δικό της μυαλό, σαν να ήταν έτοιμη η ίδια να αποφασίσει για το μέλλον.
Ο κούκος χτύπησε 12. Ο Κριεζής τράβηξε. Κοίταξε το φύλλο του για τρία δευτερόλεπτα κι έπειτα, το πέταξε ψηλά στον αέρα.
Μέχρι το τραπουλόχαρτο να φτάσει στο πάτωμα, είχαν ακουστεί τρεις πυροβολισμοί, κι αίματα έτρεχαν από τις καρδιές των τριών ανδρών.
Το τραπουλόχαρτο, με αργές κινήσεις, έπεσε στο ξύλινο πάτωμα της σοφίτας, κι αναπαύθηκε γυρισμένο ανάποδα.

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Το τραπουλόχαρτο (part 2)

Σιωπή. Ήπιε μια μικρή γουλιά από το πράσινο ποτό του και συνέχισε.
«Σε μισή ώρα ακριβώς, ένας από εμάς θα αφήσει την τελευταία του πνοή σε αυτό εδώ το δωμάτιο. Ένας από εμάς δε θα ζήσει να δει την επόμενη μέρα. Η επιλογή θα είναι απολύτως τυχαία. Ο επιλεχθείς, όμως, δε θα έχει κανένα απολύτως δικαίωμα στη ζωή· σε μισή ώρα, θα σωριαστεί, και δε θα ξανασηκωθεί.
Έχωσε με αργές μεθοδικές κινήσεις το χέρι του στην δεξιά του τσέπη κι έβγαλε ένα περίστροφο. Το ακούμπησε δίπλα στην τράπουλα, στο κέντρο του τραπεζιού. Έπειτα, κοίταξε τους συνομιλητές του, με την σειρά, στα μάτια. Πανικός κι έκπληξη. Κυρίως πανικός. Ο τύπος που καθόταν στα αριστερά του έκανε να σηκωθεί, με μία απότομη αυταρχική κίνηση. Ο Κριεζής έπιασε το περίστροφο και τον σημάδεψε.
«Κύριε Βολονάκη, μην κάνετε τον κόπο. Ας μην κάνουμε βιαστικές κινήσεις. Άλλωστε, αν προτιμάτε να πεθάνετε, δεν έχετε παρά να περιμένετε λίγο. Έχουμε σχεδόν 25 λεπτά, χρόνος αρκετός για όσα πρέπει να ειπωθούν και για όσα πρέπει να πραχθούν. Κατ’ αρχάς, σας οφείλω μία εξήγηση.
»Βλέπετε, ανήκουμε και οι τέσσερις στην ίδια κοινωνική τάξη. Είμαστε πλούσιοι όσο λίγοι ακόμη στην Ελλάδα. Εσείς, κ. Βολονάκη, με τα καράβια σας, εσείς κ. Αλταμούρα με το εργοστάσιο χάρτου· κι εσύ, Ιακωβίδη, με τις αμέτρητες εκδόσεις σας- κι εγώ φυσικά, δε βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω. Κι εγώ, μετά από τόσα χρόνια έχω καταφέρει να έχω ένα σεβαστό ποσό στην τράπεζα, ικανό να μου προσφέρει όσα έχω-και δεν έχω-ανάγκη.
»Αλλά ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Δεν είστε πλούσιοι μόνο λόγω των επισήμων επαγγελματικών σας ασχολιών. Αλλά κυρίως λόγω των εκτεταμένων παράνομων πράξεών σας.»
Σηκώθηκε όρθιος, περπάτησε τρία βήματα κι άναψε τσιγάρο. Περίμενε καιρό αυτήν την στιγμή. Το κεφάλι του νόμιζε πως πήγαινε να σπάσει, και πως τα μάτια του εξείχαν τουλάχιστον τρία εκατοστά από τις κόγχες τους. Αλλά, γαμώτο, περίμενε καιρό αυτήν την στιγμή. Θα την απολάμβανε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Τους κοίταξε, σταθερά και διαδοχικά και τους τρεις στα μάτια.
Τράβηξε μια γερή τζούρα και συνέχισε.
«Παράνομες σημαίνει εκτός νόμου· σημαίνει όμως κι ανήθικες. Ο εντιμότατος κύριος Αλταμούρας εμπορεύεται όπλα-όπλα που φθάνουν εδώ και τρία χρόνια στα χέρια των πειρατών της Σομαλίας, και φυσικά χρησιμοποιούνται για την επίταξη πλοίων, την απαγωγή και συχνά τη δολοφονία αθώων πολιτών.
»Ο αξιότιμος κύριος Βολονάκης εμπορεύεται ναρκωτικά. Ναρκωτικά που καταναλώνουν παιδιά στην ηλικία των παιδιών του, παιδιά που ποτέ δε θα φτάσουν στην ηλικία του, παιδιά που συνηθίζουν να ζουν στη λάσπη, ψάχνοντας απεγνωσμένα τη δόση τους.
»Όσο για τον κύριο Ιακωβίδη, αυτός εμπορεύεται ανθρώπινες ψυχές, ανθρώπινα κορμιά. Πόρνες πολυτελείας, στοιβαγμένες σε παγωμένα δωμάτια, η μία πάνω στην άλλη, κρατιούνται στη ζωή με ένα μόνο κομμάτι ψωμί-τα χρήματά τους εννοείται τα κρατά ο, κατά την κοινωνία φιλεύσπλαχνος κροίσος, κύριος Ιακωβίδης.
»Κι εγώ; Εγώ δεν έχω κάνει τίποτε από όλα αυτά. Παραμένω αθώος. Αλλά όλοι μας απολαμβάνουμε την κοινωνική αποδοχή. Είμαστε όλοι μέλη της ίδιας κοινωνίας που θρέφει τους πλουσίους με το ψωμί των φτωχών. Τα καθάρματα συγχρωτίζονται με τους αθώους· γιατί τα καθάρματα ποτέ δε θα τιμωρηθούν για τις πράξεις τους. Τουλάχιστον όχι σε αυτήν εδώ τη ζωή. Θα συνεχίσουν στην καθημερινότητά τους, με τα όμορφα παιδιά τους, τις χαριτωμένες συζύγους και τις ακόμα πιο χαριτωμένες φιλενάδες. Αλλά εδώ ακριβώς εγείρεται ένα σπουδαίο ζήτημα· αν δεν υπάρχει δικαιοσύνη εδώ και τώρα, κι αν τελικά δεν υπάρχει Θεός, πότε θα τιμωρηθούν όσοι διέπραξαν εγκλήματα εναντίον των συνανθρώπων τους;»

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Το τραπουλόχαρτο (part 1)

Το κουδούνι ακούστηκε δύο φορές. Και μετά ένας κοφτός κτύπος στην πόρτα. Ένας ψηλός τύπος, γκρίζα μαλλιά και φαλάκρα, επίσημο ένδυμα, άνοιξε.
«Ο κύριος σας περιμένει επάνω. Είναι όλα έτοιμα.»
Χωρίς κουβέντα προχώρησε στο γνώριμο χώρο. Ανέβηκε την ξύλινη σκάλα για να φτάσει στην σοφίτα.
«Καλώς ήλθες. Σε περιμέναμε. Κάθισε.»
Ήταν τρεις. Τον υποδέχτηκαν με τις δέουσες τιμές και τον άφησαν να επιλέξει εκείνος τη θέση του στο τραπέζι. Υπήρχαν τέσσερις καρέκλες κι εκείνος επέλεξε την πιο μακρινή. Αυτή που είχε την πλάτη στον τοίχο. Παλιές συνήθειες.
Ο οικοδεσπότης κάθισε απέναντί του. Οι δύο άλλοι τύποι δεξιά κι αριστερά του. Αδιάφορες φάτσες. Παρά ταύτα, πολυτελείς.
Η τσόχα ήταν πράσινη, και μόλις ετοιμάστηκαν τα απαραίτητα ποτά, αυτός ανασήκωσε τα φρύδια κι έβαλε το χέρι στην αριστερή του τσέπη. Τα βλέμματα των τριών άλλων ακολούθησαν νοερά τις κινήσεις των χεριών του. Κανείς δεν ήθελε κάτι αναπάντεχο.
Αλλά αυτός τράβηξε μία τράπουλα.
«Ξεκινάμε, κύριοι;»
Ήταν το καθιερωμένο παιχνίδι πόκερ της Πέμπτης, την ώρα που ο ήλιος δύει και τα παιδιά μαζεύονται στα σπίτια τους· ο Ανδρέας Κριεζής και ο Γιώργος Ιακωβίδης είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις κάθε εβδομάδα, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα- χρόνια τώρα. Συμπαίκτες τους, όποιοι είχαν την οικονομική ευρωστία να αντεπεξέλθουν στα στοιχήματα· εξέχουσες προσωπικότητες της ελληνικής βιομηχανικής κι εφοπλιστικής ελίτ.
Μία ώρα αργότερα τα στοιχήματα είχαν ανέβει αρκετά, ενόσω λιγοστές, γεμάτε νόημα φράσεις πετάγονταν από τα χείλη των τεσσάρων παικτών. Οι δύο συμπαίκτες περιορίζονταν σε συμπληρωματικό ρόλο, καθώς οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της βραδιάς προσπαθούσαν ο ένας να κλέψει την παράσταση από τον άλλον.
Κι αυτό το ανεξήγητα γοητευτικό παιχνίδι συνεχίστηκε για ώρες ακόμη. Συγκεκριμένα, έως ότου ο κούκος του ρολογιού να σημάνει 23.30. Εκεί θα μπορούσαμε να πούμε ξεκάθαρα πως κάτι άλλαξε.
Την τράπουλα είχε στα χέρια του ο Κριεζής. Την ανακάτεψε με ένα παράξενο, στραβό χαμόγελο, που αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά του. Μόλις τελείωσε το ανακάτεμα, άφησε την τράπουλα στο κέντρο του τραπεζιού και κοίταξε με φλογισμένα μαύρα μάτια τον οικοδεσπότη. Έπειτα, τίναξε προς τα πίσω τα σκουρόχρωμα μαλλιά του, και μίλησε με τη βραχνή ευγενική φωνή του.
«Λοιπόν, κύριοι, μας μένει μισή ώρα μέχρι τα μεσάνυχτα. Για έναν από εμάς απομένει μισή ώρα γενικώς.»