Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Αυτοκινητόδρομος

Καθόντουσαν για άλλη μία φορά στο ίδιο γωνιακό τραπεζάκι της ίδιας καφετέριας. Έλεγαν πως εκεί μόνο βρίσκουν ησυχία να τα πουν. Έλεγαν πως γουστάρανε να βλέπουν τα αμάξια να περνούν. Ο ένας ήταν ψηλός με γκρίζα μαλλιά και κρατούσε ένα ζεστό καφέ, ενώ ο άλλος, λίγο κοντύτερος, με μαύρα μαλλιά και μαύρα μεγάλα μαλλιά, κάπνιζε ένα τσιγάρο. Και καθώς ο καπνός ανέβαινε για να διαλυθεί στον αέρα, ρώτησε:
"Τελικά τι τρέχει με τα αρχίδια σου; Θα τα σώσεις;"
"Σου είπα, δεν είναι τίποτα. Μια κήλη μόνο. Θα τη βγάλω."
Ο άλλος ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και κοίταξε ένα αμάξι που έμπαινε στο πάρκινγκ. Η συζήτηση αυτή δεν του άρεσε και πολύ. Την άλλαξε αμέσως.
"Τι θα κάνεις το βράδυ;"
"Τίποτα."
Το αμάξι ήταν ένα κόκκινο, σπορ. Πάρκαρε στην αριστερή πλευρά του πάρκινγκ.
"Γιατί δεν έρχεσαι σπίτι μου; Γιορτάζει η γυναίκα μου."
"Δε χωρίσατε;"
"Τον άλλο μήνα βγαίνει το διαζύγιο."
Η πόρτα του κόκκινου αυτοκινήτου άνοιξε και από μέσα βγήκε μία μελαχρινή οπτασία.
"Έλα, θα 'χει πολύ κόσμο, και φαγητά, και ποτά, και τα πάντα."
"Καλά, μπορεί να περάσω."
Η κοπέλα ανέβηκε τα σκαλιά. Φορούσε στενά, πραγματικά στενά τζιν και μία κοντή μπλουζίτσα, που άφηνε εκτεθειμένη την κοιλιά της, και μεγάλο μέρος του μπούστου της.
"Καλή γκόμενα, έτσι;"
"Καλή φίλε μου δε λες τίποτα."
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, αλλά τα αυτοκίνητα συνέχιζαν να περνούν. Μάλιστα, το ρεύμα της εισόδου είχε μπουκώσει. Τρελοί άνθρωποι.
Θα περίμεναν να δουν την γκόμενα να κατεβαίνει τις σκάλες κι ύστερα μάλλον θα έφευγαν. Ίσως να συναντιούνταν αργότερα, ίσως κι όχι. Εν τω μεταξύ, ο ένας έσβηνε τη γόπα του τσιγάρου του, κι ο άλλος τέλειωνε με μία μεγάλη γουλιά τον καφέ του.