Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
θα σκάσει σαν βόμβα
ένα μεσημέρι
όταν η πόλη θα λιάζεται
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
ο μικρός θα ρωτήσει τον πατέρα
γιατί δε χαμογελάς;
γιατί κανείς δε χαμογελά;
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
ο πατέρας θα χαμηλώσει το βλέμμα
το ίδιο βράδυ, θα κλείσει την τηλεόραση
το ίδιο βράδυ, θα κατέβει στην πλατεία
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
χιλιάδες πατέρες, χιλιάδες μητέρες
κι αμέτρητα παιδιά θα βρεθούν στο δρόμο
αναζητώντας ένα χαμένο χαμόγελο
*αλλά η τηλεόραση δε θα τη δείξει

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
όταν κι ο τελευταίος σηκωθεί
κλείσει την οθόνη και βγει έξω
η τηλεόραση δε θα δείχνει τίποτα πια
δε θα δείξει καμμία επανάσταση
θα γίνει η ίδια σύμβολο επανάστασης
η κλειστή τηλεόραση

Η επανάσταση δε θα αργήσει να έρθει
γι' αυτό σήκω από τον καναπέ σου
ετοιμάσου· δε χρειάζεται κάτι περιττό
ένα βλέμμα στον καθρέφτη, μια σφιγμένη γροθιά


*αλλά η τηλεόραση δε θα σε προετοιμάσει για την επανάσταση
γιατί η τηλεόραση δε θα δείξει την επανάσταση

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Ταξίδι με το Ασανσέρ

3..2..1..0..Ντιν!
Το ασανσέρ μόλις έφτασε.
Μπήκε μέσα αργά, σέρνοντας τα πόδια του. Η ξανθιά κυρία με τα δύο πιτσιρίκια και τις τέσσερις πλαστικές σακούλες-δύο στο κάθε χέρι-τον ακολούθησε, ενόσω τα παιδάκια, ίσως τα εγγόνια της, τραγουδούσαν ευτυχισμένα ένα παλιό παιδικό τραγουδάκι.
"Σε ποιον όροφο πάτε;"
"Στον τέταρτο."

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Η Έμπνευση

Κάθισε στην καρέκλα του, την αγαπημένη ξύλινη καρέκλα του. Ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο κι έτριψε τα μάτια. Στην άκρη ένα κερί σιγόκαιγε. Τα μάτια του ήταν κόκκινα. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Νότες ξεχύθηκαν. Νότες μεθυστικές, αρωματισμένες με τα πιο απόκρυφα αρώματα, στολισμένες με τα πιο ακριβά κοσμήματα, κι όμως, στεγνές, αιχμηρές.
Τράβηξε από την στοίβα δυο-τρεις καθαρές σελίδες και τις ακούμπησε εμπρός του. Ένιωθε μία φούντωση, μία έξαψη. Βούτηξε την πένα στο μελάνι κι έκανε να γράψει, μα στάθηκε. Άφησε στην άκρη την πένα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του, γύρισε επάνω τα μανίκια. Ξανάπιασε την πένα κι άρχισε να γράφει.
Ήταν η έμπνευση αυτή που τον είχε επισκεφθεί, άξαφνα, εκείνο το βράδυ. Έμπνευση· και τι σπάνιο συναίσθημα! Ένιωθε τα σωθικά του να καίνε. Το μυαλό του να βρίσκεται κάπου πάνω από αυτόν και να παρατηρεί την κατάσταση, να δίνει εντολές και συμβουλές. Σαν να επιστρέφει από τη χώρα των νεκρών, όπως ήταν, με μαλλιά αχτένιστα, άκομψα αξύριστος, με λυτή γραβάτα κι ανοιχτό πουκάμισο με τσαλακωμένα μανίκια, έγραφε κι έγραφε, με τα μάτια του κόκκινα να παρατηρούν ασάλευτα τις γραμμές που τραβούσε.
Ήταν η έμπνευση αυτή που τον είχε επισκεφθεί, άξαφνα, εκείνο το βράδυ. Και μόλις τελείωσε, απίθωσε μιαν ολόκληρη, καινούργια πλέον, στοίβα, δίπλα στις παλιές, έβαλε λίγο ακόμη ουίσκι στο ποτήρι του, πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε στο κερί που είχε-σχεδόν-λιώσει κι έγειρε πίσω.
Κι αν κάποιος παρακολουθούσε κρυφά από μία γωνία, θα έβλεπε μέσα από τους καπνούς και τις μυρωδιές αλκοόλ και ιδρώτα. μια μικρή πράσινη νεράιδα, να το γυροφέρνει. Ήταν η Έμπνευση· κι έτσι όπως τίναζε τα φτερά της, τον κάλυπτε σε μία πράσινη νεφέλη, που αιωρούνταν για λίγο γύρω του, κι ύστερα, χανόταν.