Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Σε ένα μοτέλ, κάπου



Ακούστηκε ο ήχος από νερό που τρέχει, και πέφτει στα πλακάκια. Το φως στο μπάνιο ήταν ανοιχτό, και η πόρτα ήταν ανοιχτή.

Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Φορούσε μία γκρι φανέλα, ένα μαύρο τζην και τις αγαπημένες του μπότες. Ήταν κοντοκουρεμένος, αξύριστος, και στο λαιμό του ήταν περασμένη μία στρατιωτική ταυτότητα.

Μία φωνή ακούστηκε από το μπάνιο.
-Τζιμ, μωρό μου, το νερό είναι υπέροχο.
Ο Τζιμ γύρισε ανάσκελα. Έπιασε από το κομοδίνο το πακέτο με τα τσιγάρα του, έβγαλε το τελευταίο, το άναψε, πέρασε το χέρι του πίσω από το κεφάλι του και ξάπλωσε.