Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Πρωί, ταξιδεύοντας με τρένο


Είναι πρωί και κάνει κρύο. Εγώ είμαι ντυμένος καλά, αλλά και πάλι κρυώνω. Πάντα ξεχνάω να φορέσω τα γάντια μου, τα δάχτυλα παγώνουν, κοκκινίζουν και τρέμουν. Ας είναι. 6.20. Το τρένο φεύγει στις 6.35. Ο σταθμός είναι από παντού ανοιχτός και φυσάει. Είμαστε ελάχιστοι και περιμένουμε.

Στις 6.28 μπαίνουμε μέσα. Ψάχνω απεγνωσμένα για ένα άδειο κουπέ. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από έναν ευχάριστο συνταξιδιώτη τέτοια ώρα. Να σου πιάνει την κουβέντα. Αυτή η ώρα δεν είναι της κουβέντας. Είναι της μοναξιάς και της σκέψης. Μακάρι, και του ύπνου.

Βρίσκω το κουπέ των ονείρων μου. Άδειο. Μπαίνω μέσα και κλείνω αμέσως το κουρτινάκι της εισόδου. Παλιό το κόλπο, ενδεχομένως, αλλά πάντα πιάνει. Ακουμπάω τον σάκο μου στην απέναντι θέση. Ένα ακόμα μέτρο. Ίσως και να πιάσει, θα δείξει.

Δε βγάζω το παλτό μου. Κρυώνω, και το κρύο, από μικρό παιδί με νύσταζε. Κοιτάζω απ' έξω τον σταθμό να απομακρύνεται. Έχω μπροστά μου δύο ώρες, ένα τέταρτο, και μιαν απέραντη νύστα. Μαζεύω τα χέρια μου στο στήθος και κλείνω τα μάτια. Όνειρο.

Ανοίγω τα μάτια. Αισθάνθηκα την απότομη κίνηση του τρένου, που σταματά στον σταθμό. Κοιτάζω απ' έξω. Βρισκόμαστε ακόμα στα περίχωρα, στα πιο μακρινά προάστια. Κάποιοι, εργάτες μοιάζουν, συζητούν με τον εισπράκτορα. Η ώρα, σύμφωνα με το ρολόι του σταθμού, είναι 6.58.

Κάνω να κλείσω τα μάτια πάλι, αλλά αφουγκράζομαι κίνηση στο διάδρομο. Πρέπει να είναι κάποια οικογένεια. Μακάρι, μακάρι να μην έρθουν εδώ! Απομακρύνονται. Ακούω βήματα. Απομακρύνονται. Η παρέα των εργατών ανεβαίνει κι αυτή. Δεν χωράνε, έτσι κι αλλιώς. Τα βήματά τους και οι φωνές απομακρύνονται. Ησυχία.

Ακούγεται ένα ευγενικό τοκ-τοκ στην πόρτα. Φρίκη. Δε μιλάω. Κλείνω τα μάτια. Η πόρτα ανοίγει. Σκέφτομαι, ίσως δει την τσάντα και φύγει. Σκέφτομαι, ίσως απογοητευθεί, ίσως να ψάχνει κι αυτός την ησυχία του. Ακούω τον άγνωστο να κάθεται.

Μία σκέψη μου περνάει από το μυαλό: κι αν δεν είναι άγνωστος; Αν είναι άγνωστη; Όμορφες σκέψεις με πλημμυρίζουν. Ανοίγω προσεκτικά τα μάτια. Δεν πρέπει να με δει. Φυσικά, είναι άντρας. Διαβάζει εφημερίδα. Ξανακλείνω τα μάτια, αλλά δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τα ξανανοίγω και ξεροβήχω-με κοιτάει, τον κοιτάω, με καλημερίζει. Τον καλημερίζω και γω. Χαμογελάει και διαβάζει την εφημερίδα του.

Μου φαίνεται γνωστός. Κάπου πρέπει να τον έχω ξαναδεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ. Τα μαλλιά του, το πρόσωπό του, τα στρογγυλά γυαλιά του, μου είναι όλα γνωστά. Το βλέμμα του, τα μαύρα μάτια. Το χαμόγελο με ξενίζει.

Όταν τον είχα δει, δεν πρέπει να χαμογελούσε. Κοιτάζω στο παράθυρο, την ανάκλαση του προσώπου του, δαγκώνω τα νύχια μου, πασχίζω να θυμηθώ πού τον έχω ξαναδεί. Σίγουρα δεν ανήκει στις κοινωνικές μου επαφές. Ούτε στους πελάτες της εταιρείας μας. Αναμφίβολα, αν ήταν έτσι, θα τον θυμόμουνα. Ίσως κάποιος μουσικός, κάποιος ηθοποιός; Δεν νομίζω να ταξίδευε τέτοια ώρα στην οικονομική θέση του τρένου.

Θεέ μου. Θυμάμαι. Πρωτοσέλιδο εφημερίδας, μιας (ίσως δύο) βδομάδων πριν. Πρώην κατάδικος ληστεύει τράπεζα. Παραμένει ασύλληπτος. Οπλοφορεί και είναι επικίνδυνος. Και από κάτω, η φωτογραφία του. Ίδιος. Μόνο που δεν χαμογελάει.

Τον κοιτάζω στα μάτια. Με κοιτάζει κι εκείνος. Μου χαμογελά. Ίσως και να κατάλαβε πως τον αναγνώρισα. Ίσως να κινδυνεύει η ζωή μου. Πετάγομαι όρθιος, βουτάω την τσάντα μου. Στην επόμενη στάση κατεβαίνω.

Είναι 7.15. Έχει ξημερώσει, αλλά ακόμη κάνει κρύο. Η ανάσα μου σχηματίζει υγρατμούς. Ποτέ δε μου άρεσε να ταξιδεύω με τρένο τέτοια ώρα-ειδικά μια Τρίτη πρωί.