Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Στον Εθνικό Κήπο, Κυριακή πρωί

-Κάπου κάναμε λάθος, αλλά δεν είμαι σίγουρος πού.
-Υποτίθεται πως θα 'χε πλάκα, πως θα ΄χε ταξίδια και γέλια και χορούς και μουσικές.
-Υποτίθεται πως εμείς θα φέρναμε τον νέο κόσμο που 'χαμε μες στο κεφάλι μας.
-Ρε, ξέρεις τι; Τελευταία, όλοι όσοι ξέρω κοιμούνται από τις δέκα και μισή, πηγαίνουν κάθε μέρα γυμναστήριο, πίνουν φυσικούς χυμούς και συζητάνε για μπάλα ή σινεμά. Και γω..
-Εσύ τι ρε μαλάκα;
 Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ήθελε να πει κάτι σαν "εγώ ξέμεινα" ή "εγώ δε γουστάρω", αλλά φοβόταν μην τον κοροϊδέψει. Φοβόταν μήπως για να αλλάξει κουβέντα του πει κάτι για ωριμότητα.

-Φοβάμαι.
  Το είπε και σηκώθηκε. Ο άλλος τον κοίταξε. Καμία αναφορά σε περασμένα χρόνια δεν μπορούσε να απαλύνει την απώλεια ενός παρόντος καλυμμένου με απατηλές προσδοκίες και σκληρές αλήθειες, που χτυπούσαν πλέον τις καμπάνες, που ούρλιαζαν από τα κελιά τους σαν κολασμένοι κατάδικοι.

-Θα σε πάρω μία απ' αυτές τις μέρες. Να πάμε για καμιά μπύρα.

  Περπάτησε αργά, κοιτώντας γύρω του τα παιδιά και τους παππούδες, τους γέροντες με τις ανοιχτές εφημερίδες, τα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούσανε και τον αέρα που φυσούσε και ανοιγόκλεινε έκπληκτος τα μάτια, και προσπαθούσε να τ'αποτυπώσει όλα, σαν να τραβούσε φωτογραφίες.
  Πέταξε τη γόπα του σε μία λακκούβα με λασπόνερα κι έστριψε απότομα.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Εκεί ακριβώς, στο καλοκαίρι

Είναι περίπου 11, αλλά στα νησιά ο ήλιος δε δύει ποτέ. Λένε ότι του αρέσει να ξαποσταίνει λίγο παραπάνω όπου ακούγονται γέλια και φωνές, πανηγύρια και χοροί.

Φυσάει. Ο θεός είναι παρών. Μη ρωτάς ποιος, δεν έχει καμία σημασία. Είναι σίγουρο πως ο θεός κατοικεί στα λευκά σπίτια που βρίσκονται χτισμένα πάνω στο βράχο, πως κατοικεί στο δυνατό αέρα που περνά ανάμεσα από τα γαλάζια τους παράθυρα.

Σ' ένα στενό δρομάκι, ανεβαίνουμε, με μία κατσαρόλα στα χέρια, και μία σαλάτα με ντομάτες και αγγούρια. Ο αέρας σηκώνει τα μαλλιά και τα ανεμίζει, αλλά το βήμα είναι σταθερό. Κάποιος είπε: είμαστε τρελοί εξ αιτίας του αέρα.

Σ' ένα σπίτι στο πίσω μέρος του βράχου, μυρωδιές από χταπόδι και αλάτι και θάλασσα, και ο αέρας να φέρνει τραγούδια που ακούστηκαν χρόνια πριν από μια αρμάδα πειρατές, οι οποίοι ερωτεύτηκαν το βράχο και δεν κατέβηκαν ποτέ.

Ερωτεύτηκαν το φως και τον αέρα. Σε κοιτάζω και γελάμε γιατί δε χρειαζόμαστε παρά τον ήλιο. Η ώρα δεν περνά όσο κι αν τρέχουμε-τρελαμένοι-από τη μία άκρη στην άλλη, η ώρα είναι ίδια, μυρίζει βασιλικός και γιασεμί, με την μπύρα στο χέρι και το αλάτι στα μαλλιά, σε μία ταράτσα κοιτάζουμε τα φώτα.

Τα φώτα του λιμανιού μπλέκονται με τα φώτα του ουρανού και γίνονται ένα-όταν πέφτουν, σκύψε μη σε χτυπήσουν-και θες να χορέψεις γιατί ακούς τη μουσική, να χορέψεις μέχρι να ξημερώσει γιατί αυτή είναι η τελευταία μέρα από την σειρά των τελευταίων ημερών, εδώ, που για πάντα θα είναι Σάββατο και πάντα θα είναι Ιούλιος.

Σε μια μικρή πλατεία-ήταν γύρω στις 4-θα θυμάμαι για πάντα το μοναχικό σου χορό-δε χόρεψες ποτέ-θα θυμάμαι ένα βλέμμα.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου

Η ουρά είναι μεγάλη, φτάνει μέχρι την άκρη της πλατείας. Παράξενοι άνθρωποι, ανόμοιοι, και ίδιοι, γκρίζοι. Όλη η γειτονιά σχεδόν. Περιμένουν υπομονετικά, πόση ώρα να 'ναι, ακόμα δεν έχει ξημερώσει καλά-καλά. Σήμερα μοιράζονται πατάτες-αύριο λαχανικά. Και η ώρα περνά, η ουρά μεγαλώνει. Μία κυρία προσπαθεί να πάρει τη θέση της μπροστινής της-τελικά γνωρίζονται. Χαιρετιούνται βεβιασμένα κι έπειτα κοιτούν στο κενό. Οι αγρότες από τα μεγάλα τελάρα αρπάζουν σακιά και τα μοιράζουν. Ο καθένας από μία μικρή σακούλα και σπίτι του.Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και βήμα γοργό. Ας όψεται.

Η ουρά δεν είναι τόσο μεγάλη, αλλά καλύπτει μεγάλο μέρος του ισογείου της τράπεζας. Άνθρωποι ίδιοι, ολόιδιοι. Ένας τύπος, στη μέση, κοιτάζει επίμονα τα χέρια του. Έχει μικρές παλάμες με μακριά δάχτυλα. Του είχαν πει ότι θα 'πρεπε ν' ασχοληθεί με το πιάνο. Εκείνος ακούει μονάχα λαϊκά. Κοιτάζει τις παλάμες του, είναι λευκές, και η ράχη του χεριού του είναι τριχωτή. Τις βάζει στην τσέπη του και-σαν να θέλει να επιβεβαιωθεί-τις βγάζει ξανά και τις κοιτάει. Και το ρολόι όλο γυρνάει-γυρνάει-και η ουρά ίσα που προχωράει. Φθάνει στο ταμείο και λέει-για τη δόση, ξέρετε-και η κοπέλα τον κοιτάει λυπημένα και του κάνει με το κεφάλι όχι, όχι, όχι.

Ο αρχηγός είναι όρθιος. Χαμογελάει και κουνάει τα χέρια. Φωνάζει δυνατά και το πλήθος παραληρεί. Φωνάζουν κι αυτοί συνθήματα, κουνάνε πλαστικές σημαίες και χειροκροτούν. Μια κοπέλα περνάει βιαστικά από το πεζοδρόμιο. Δεν είχε ιδέα για την συγκέντρωση. Ο αρχηγός ουρλιάζει-τον ακούει από τα ηχεία-η πλατεία είναι γεμάτη-δώστε μου δύναμη να τ' αλλάξω όλα!-η κοπέλα δε θέλει να του δώσει καμία δύναμη. Αυτός ωρύεται. ζήτω η Ελλάδα κι εκείνη δε νιώθει καθόλου Ελληνίδα πια, ζήτω η θρησκεία και αυτή δεν πιστεύει πουθενά, σε κανέναν και σε τίποτα, ζήτω η οικογένεια κι εκείνη είναι μόνη, πάει σε ένα μόνο σπίτι, σ' ένα μόνο κρεβάτι με μία μόνη τηλεόραση. Κοιτάζει το πλήθος και μοιάζουν με ανθρώπους δίχως πρόσωπο. Χάνει όλο το χειροκρότημα καθώς κατεβαίνει τα σκαλιά του μετρό.

Κρατάει στο ένα χέρι μία μπύρα και στο άλλο το κορίτσι του. Η πόλη φλέγεται, όπως κάθε καλοκαίρι, το τσιμέντο έχει πάρει φωτιά. Της λέει αστεία και κείνη γελάει, το γέλιο ακούγεται πεντακάθαρο. τα δόντια της φαίνονται κάθε φορά που ανοίγει το στόμα. Είναι ερωτευμένοι μες στο καλοκαίρι και δεν τους νοιάζει τίποτα. το κέντρο της πόλης, μετράνε τράπεζες, Eurobank, Alpha Bank, Citibank, Aspis Bank, Proton Bank, Marfin Bank, στο στενό τους σταματάνε δύο αστυνομικοί-έλεγχος-ταυτότητες-του πετάνε την μπύρα και το μπουκάλι σπάει, ανοίγουν την τσάντα του-την αδειάζουν στο πεζοδρόμιο, σκύβει να μαζέψει τα βιβλία, ο ένας τον κλωτσά, η κοπέλα τον κοιτάζει φοβισμένα. Τα μάτια του βουρκώνουν, κοιτάζει τον μπάτσο να τον βρίζει, μα δεν τον ακούει, επαναλαμβάνει τα ονόματα, Eurobank, Aspis Bank, Proton Bank, Marfin Bank, απομονώνει τα bank-τον βρίζει και τον σπρώχνει-είναι μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ, είναι πυροβολισμοί που σκίζουν την βραδινή ησυχία σαν σιωπηλά δάκρυα στα δύο.

Ο σταθμός είναι άδειος-τέτοια ώρα ποιος θα μπει στο τρένο; Ψαχουλεύει κάτι ψιλά στην τσέπη, βιάζεται να γυρίσει σπίτι του. Στο παγκάκι πιο δίπλα ένα ζευγαράκι χαμουρεύεται και τους ρίχνει καμιά ματιά. Ζηλεύει. Στο σπίτι η γυναίκα του θα κοιμάται αγκαλιά με τα δύο κοριτσάκια τους. Αυτός ήσυχα για να μην τις ξυπνήσει θα βγάλει το παντελόνι και θα ξαπλώσει δίπλα από το στρώμα, στο πάτωμα. Θα σκάσει λίγο το παράθυρο, μήπως φυσήξει, και θα περιμένει να τον πάρει ο ύπνος. Το μεγάλο ρολόι του σταθμού δείχνει μία παρά επτά. Ακούει φωνές. Γυρίζει, και βλέπει δύο μεγάλα χέρια να τον αρπάζουν. Πουτάνας γιε, θα πεθάνεις, βρωμιάρη, γιατί ήρθες στη χώρα μου; Τον αρπάζουν και τον σέρνουν πιο κάτω, σε κάτι σκαλιά. Φοβάται και προσπαθεί να ξεφύγει. Τον βρίζουν, καργιόλη, γαμώ τη βρωμοχώρα σου, μη κουνιέσαι. Κάποιος του ρίχνει μία στο μάτι. Τρελαίνεται. Προσπαθεί να ξεφύγει. Παρακαλάει. Κάποιος τραβάει ένα μαχαίρι,τον καρφώνει-ουρλιάζει-και καθώς το αίμα κυλάει φωνάζει με μία παράξενα ψιλή φωνή Εδώ είναι Ελλάδα ρε μουνί! Ο ήχος σαν γέλιο κλόουν ανακλάται και φθάνει παντού- Εδώ Είναι Ελλάδα.

"Όχι. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη κι αν αυτή η αποκτήνωση είναι μοναδική διέξοδος σε όλο αυτό, κι ακόμη κι αν ούτε τα παιδιά ούτε οι θάλασσες ούτε οι ελιές είναι αθώες του αίματος, θα υπάρξουν κάποιοι που σε αυτές τις νύχτες που ακολουθούν, νύχτες σύγχυσης και γέλιου, νύχτες ατελείωτες, θα τραγουδούν, για πράγματα μεγάλα, και πράγματα γελοία."

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Ψάχνοντας τον Τζόννη

Τον χάσαμε, έτσι, στα ξαφνικά. Θέλω να πω, ξυπνάς ένα πρωί, όλα καλά, ο ήλιος λάμπει και τα πουλάκια κελαηδούν, και το δωμάτιό του είναι άδειο. Δεν είχα πιει και καφέ, το κεφάλι γύριζε, γύριζε. Του είχα δώσει το δωμάτιο του αδερφού μου, δε θα 'ρχόταν για καμιά βδομάδα, του είπα βολέψου, άραξε. Ξέρεις, σαν πασά τον είχαμε, εσύ δεν είχες έρθει και δεν ξέρεις πώς ήταν. Ό,τι ζητούσε αμέσως! Μόλις το συνειδητοποίησα φτιάχνω μια φράπα και παίρνω αμέσως τηλέφωνο το δικό σου. Του λέω, μαλάκα, μας την έκανε! Αυτός έμεινε, μου λέει, ποιος, τι ποιος ρε ηλίθιε, αυτός 1-0, αυτό ήθελες, ρε σου λέω την έκανε, ο Τζόννης μας την έκανε! Τρέχα γύρευε τώρα, που είναι και τι κάνει, δεν άφησε πίσω σημείωμα; Άφησε το κωλόπαιδο αλλά είναι στα σουηδικά και γω μια φορά σουηδικά δεν έμαθα, κι ας γκρίνιαζε ο πατέρας μου. Να σου πω, εσύ τα μιλάς; Δε μιλούσε (προφανώστατα) μου λέει έλα από δω και βλέπουμε. Πήγα. Στην εξώπορτα πέτυχα δύο γκόμενες τρελές, από το σπίτι του πρέπει να φεύγανε, αρχηγός ο δικός σου σου λέω! Η πόρτα ήταν ανοιχτή, τον βρήκα ξάπλα στην μπανιέρα με το μπουρνούζι, να πίνει κάτι σε ροζανοιχτόχρωμη απόχρωση. Φορούσε και γυαλιά ηλίου. Κάθισα και γω στη χέστρα, τι να κάνεις; Δε μιλούσαμε. Άναψα τσιγάρο και το ρώτησα: Τι θα κάνουμε; Με κοιτούσε πολύ ώρα. Μαλάκα, ξύπνα, τι θα κάνουμε χωρίς τον Τζόννη; Θα μας γαμήσουνε! Η λέξη μάλλον τον ταρακούνησε, χαμογέλασε και μου 'κλεισε το μάτι. "Έρχεται η Τζέννα". Ποια είναι η Τζέννα; Δε θέλω να ξέρω. Δεν έχω όρεξη για τέτοια. Πάω να φύγω. Μου λέει: "Το σημείωμα;" Είναι πάνω στο τραπέζι. Φεύγω. Δε θα περιμένεις τη Τζέννα; Είναι και γαμώ τα μωρά! Δε θα την περιμένω. Το ασανσέρ ήταν πιασμένο, κατεβαίνω απ' τις σκάλες. Έχει βγάλει και ήλιο, δεν έχω γυαλιά. Τι μαλακίες, μου φαίνεται θα πάω και γω στη Σουηδία, κάπου βόρεια, να 'χει έξι μήνες νύχτα. Και έξι μήνες ήλιο; Μπα, τότε θα την κάνω. Πόσους μήνες το σχεδιάζαμε; Πάνω από έξι σίγουρα. Μέχρι και ειδικό απ' έξω φέραμε και μας βγήκε κωλόπαιδο! Κι όμως ήταν χαμογελαστός όλη την ώρα. Δεν περνούσε καλά; Βαριότανε; Και τα λεφτά! Τα λεφτά λες να μην τα ήθελε; Ξέρω γω, δεν βγάζεις άκρη με τους ψυχάκηδες. Κάτι τέτοια σκεφτόμουνα, και που θα βρω τον Τζόννη, α ρε Τζόννη τι μας έκανες, όταν με χτύπησαν στο κεφάλι. Σωριάστηκα φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο, μου πήρανε, και τι δε μου πήρανε, έμεινα με το πουκάμισο και το σώβρακο. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται λένε και μάλλον έχουν δίκιο.

Γυρίζω στο σπίτι του δικού σου, να μου δώσει κάνα παντελόνι να πάω σπιτάκι μου, δεν την παλεύω άλλο, θέλω να κουκουλωθώ και όταν σηκωθώ να 'ναι όλα ένα όνειρο, εφιάλτης ρε, πώς το λένε; Η πόρτα είναι ανοιχτή. Πες του και συ τίποτα, θα τον φάνε έτσι κι είναι κρίμα. Την σπρώχνω και μένω με το στόμα ανοιχτό. Στον καναπέ δύο γκόμενες ξανθιές γαλανομάτες χαμουρεύονται και δε μου δίνουν σημασία. Έχω μείνει κόκαλο και κοιτάζω. Ακούω μια φωνή: Μάστορα! Γυρνάω. Στην κουζίνα ο δικός σου και ο Τζόννης παίζουν πόκερ και πίνουν κάτι που δε μυρίζει και πολύ νορμάλ. Απανωτά σοκ σου λέω. Ρίχνω ένα μπουκέτο στον Τζόννη και τον ρίχνω από την καρέκλα-εκείνος σκάει στα γέλια, μου δείχνει μία μαύρη σακούλα, ανοίγω, τρεις ολοκαίνουργιοι μηχανισμοί! Γελάω και γω σα μαλάκας, σα να 'ρθαν τα Χριστούγεννα πολύ νωρίς φέτος. Αράζω στην καρέκλα. Λοιπόν, τι παίχτηκε, που πας με το σώβρακο; Άστα αυτά τώρα ρε, πού βρέθηκε αυτός; Βασικά, ποιες είναι αυτές; Τι τρέχει; Να σου συστήσω την Τζέννα και τη Χέλγκα, ο Τζόννης από δω την κάρφωνε στη πατρίδα πριν κάτι μήνες, εκείνη ήρθε στο Γκρης και στο σημείωμα έλεγε ότι πάει να τη βρει. Η Τζέννα, σου είπα ρε μαν, φίλη, ήρθε να μου μεταφράσει το σημείωμα, πρόμπλεμ;

Και μου 'κλεισε το μάτι ο αλήτης. Μετά χαζέψαμε για λίγο τα γκομενάκια. Τις βόμβες θα τις βάζαμε την άλλη βδομάδα.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Κάποτε την άνοιξη

Όμορφη μέρα. Θέλω να πω, ο χειμώνας κράτησε πολύ φέτος και επιτέλους ήρθε μια ηλιόλουστη μέρα. Γενικά, δε μου αρέσουν πολύ οι ζεστές μέρες-ιδρώνω εύκολα- αλλά σήμερα χαίρομαι ιδιαιτέρως. Το κέντρο της πόλης είναι διαφορετικό όταν δεν έχει πολύ κόσμο και μπορείς να περπατήσεις άνετα στους πεζοδρόμους. Σταματάω και χαζεύω πού και πού τις βιτρίνες. Έχουν μαζέψει τα χειμωνιάτικα και παντού έχουν βγάλει ανοιξιάτικα ρούχα. Όμορφη άνοιξη! Παντού βλέπεις γυναικείες γάμπες να περπατάνε, σα χορός.. Ψάχνω κάτι ψιλά στην τσέπη μου. Θέλω να πάρω ένα λουλούδι, έτσι, για να θυμάμαι τη μέρα που τελείωσε ο χειμώνας. Παίρνω ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.

Στο σακάκι μου έχω ένα περίστροφο. Ναι, μην εκπλήσσεσαι. Δεν σκοπεύω να περιφέρω για πολύ καιρό το κουφάρι μου στα συντρίμμια της βρώμικης πόλης που πιο παλιά, όχι πολύ πιο παλιά, ήταν δικιά μου. Δεν έχει μείνει κανένα κομμάτι δικό μου, ένα στενό για να κρυφτώ-το σπίτι μου δεν είναι πια δικό μου-είναι για λίγο, δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα αντέξω. Κάθε μεσημέρι χτυπάει το τηλέφωνο-τράπεζες-λέει, για ένα λογαριασμό σας παίρνουμε, ανάθεμα κι αν ξέρω για ποιον! Που να κοιτάξω να βρω κουράγιο; Χτες περπατούσα στο πάρκο-χτες ήταν ακόμα χειμώνας-και βρήκα ένα γείτονα να ψαχουλεύει στα σκουπίδια. Δεν είμαστε φίλοι, ίσα που του έλεγα καλημέρα αλλά όταν γύρισα σπίτι μου κάθισα χάμω κι έβαλα τα κλάματα. Κι όμως, όταν τον είδα να ψαχουλεύει, γύρισα απότομα κι έφυγα. Ακόμα δεν ξέρω τι έπρεπε να κάνω. Λες και είχα και γω τίποτα να του δώσω. Βαρέθηκα να ζητάω λεφτά από δω κι από εκεί.

Καλά, μην σε κουράζω κι εσένα. Εσύ, μπορεί κάτι να καταφέρεις. Θυμάμαι από παιδιά, όταν συζητούσαμε τι θα κάνουμε, εσύ πάντα ήξερες. Έλεγες θα κάνω αυτό κι άμα δε μου βγει θα κάνω το άλλο! Τώρα έχουμε χαθεί αλλά να ξέρεις, σε σκέφτομαι κάποιες στιγμές. Τις προάλλες, κάτι τύποι, δεν ξέρω τι ήταν, ασφαλίτες μου φάνηκαν, είχαν στριμώξει δύο φουκαράδες σε μια γωνία και τους έδερναν. Έκλαιγαν. Τους άκουσα καθαρά. Ξέρεις τι έκανα; Γύρισα κι έφυγα. Δεν ξέρω ρε, εσύ τι θα έκανες; Δεν ήθελα να φάω και γω ξύλο. Ξαφνικά σκέφτηκα, δεν θέλω να είμαι στη θέση τους. Ούτε συ θα κατάφερνες κάτι νομίζω. Τώρα τους ξένους τους δέρνουν και μετά τους μαζεύουν σε στρατόπεδα, δεν είναι να μπλέκεσαι.

Στρατόπεδα. Μιλούσα με κείνο τον τύπο που παίζαμε μπάλα στο λύκειο, τον θυμάσαι μωρέ. Τότε είχε μακριά μαλλιά, τώρα έχουν αραιώσει κάπως. Μου είπε θα πάει να δουλέψει εκεί, θα το χτίσουν πρώτα και μετά φύλακας. Θα είναι κοντά στο χωριό του, θα βλέπει και τη μάνα του. Έτσι μου έλεγε. Όση ώρα μιλούσε τον κοιτούσα στα μάτια. Δε με κοίταξε. Όταν έφευγε μου έκανε, είμαι άνεργος εννέα μήνες, τον κοίταξα στα μάτια. Δεν είπα κάτι. Έπρεπε να πω;

Ρε φίλε ξέρεις τι θυμάμαι χαρακτηριστικά; Το καλοκαίρι, τότε, που είχαμε σκαρφαλώσει πάνω στο τραμ και χαζεύαμε τον κόσμο. Πολύς κόσμος ρε, πάρα πολύς, και μεις γελούσαμε γιατί νομίζαμε πως ήταν η αρχή. Μάλλον πλησίαζε το τέλος. Δεν θυμάμαι-νομίζω δεν πρέπει να ήσουν τότε-μετά αγρίεψαν τα πράγματα. Άμα βρεθούμε θα σου δείξω το σημάδι στην πλάτη. Δεν είχαν περάσει πολλοί μήνες από το καλοκαίρι.

Άμα βρεθούμε; Δε νομίζω ρε, και συγγνώμη. Αλλά δεν το αντέχω άλλο. Κάποιος μου είπε κάποιο καλοκαίρι ότι είμαστε η πρώτη γενιά που ξέρει καλά τη μυρωδιά των δακρυγόνων. Με το που το λέω, έρχεται το πνίξιμο, το τσούξιμο στα μάτια. Θυμάσαι ρε που μας είχε πει εκείνος ο απίθανος ο μαθηματικός στο λύκειο ότι δεν ευθύνονται οι αστυνομικοί; Πριν ξεκινήσουν όλα... και συ σηκώθηκες και του είπες στα λατινικά ότι όποιοι σιωπούν είναι συνένοχοι; Σε θαυμάζω ρε φίλε.

Εγώ δεν είμαι έτσι. Εσύ δε θα είχες ποτέ στο σακάκι ένα οπλισμένο περίστροφο, αυτός είμαι εγώ. Ξέρεις τι με πειράζει ρε φίλε; Πριν μια βδομάδα είχα πάει σε κάτι ξαδέρφια μου να φάμε. Νομίζω δεν τους ξέρεις ρε, τέλοσπάντων από μικρά μαζί. Κάτι λέγαμε στο τραπέζι, η κουβέντα πήγε στα πολιτικά. Γυρνάει ο ξάδερφος και μου λέει, ξοφλήσανε, προδότες όλοι, να καεί η Βουλή. Εγώ γέλασα, αυτός όχι. Τι να τους πεις ρε; Τι να τους πεις, για ποια ελευθερία και ποια δημοκρατία; Λες και τα θυμάμαι εγώ.

Γι' αυτό σου λέω ρε, εγώ την κάνω. Να κάνω τι; Για ποιον να προσπαθήσω; Εγώ σου είπα, δεν είμαι σαν και σένα, κάθε χτύπημα με βυθίζει πιο βαθιά. Θυμάμαι κάθε φορά το καλοκαίρι εκείνο, λέγαμε να πάμε σε όλα τα νησιά και το περάσαμε σε κείνη την πλατεία. Τι έχει περάσει και η πλατεία, τι έχει δει η κακομοίρα.. Κάθε βράδυ εδώ! Και πάλι, δε θυμάμαι αν ήσουν εδώ όταν μας ψέκασαν. Κόλαση πάει να πει αυτό. Και μεις ντάξει, ξέρεις τι είναι να μην έχεις σπίτι να γυρίσεις, να μην έχεις κανέναν να σε φροντίσει, μια αγκαλιά ρε στην τελική, ξέρεις τι πάει να πει;

Εγώ δεν ξέρω. Την κάνω γιατί δε θέλω να μάθω. Τι θα μου λείψει; Αυτό. Να περπατάω στο δρόμο, ο ανοιξιάτικος καιρός, η πόλη, τα γυναικεία πόδια, τάκα τάκα. Θα μου λείψουν οι αισιόδοξες συζητήσεις. Στ' αλήθεια πίστευες ότι κάτι θα άλλαζε; Εγώ το πίστευα. Τώρα δεν το πιστεύω πια αλλά άμα το πίστευες εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος, εγώ θα ακολουθούσα. Σοβαρά.

Αλλά εγώ δεν μπορώ να ξεσηκώσω ούτε τον εαυτό μου. Έφτασα στην πλατεία. Έχει κόσμο. Και μπάτσους. Δεν τους κοιτάζω, θα 'χουμε ξαναϊδωθεί λογικά. Στέκομαι στις σκάλες. Μπροστά μου το κοινοβούλιο και πίσω μου η πλατεία. Που να κοιτάζω; Δεν είμαι σίγουρος αν έχει σημασία. Ας πούμε ότι δεν έχει. Πιάνω το περίστροφο.

Μπαμ.

Δεν τράβηξα εγώ την σκανδάλη. Ακούστηκε από την άλλη πλευρά της πλατείας. Τρέχω να δω τι συνέβη. Ένας ηλικιωμένος κύριος αυτοκτόνησε. Αίματα τρέχουν. Το όπλο, ένα περίστροφο σαν το δικό μου, λίγο πιο πέρα. Το αίμα βάφει τα λευκά του μαλλιά. Πού κοιτούσε; Νομίζω προς τα πέρα, προς τους ανθρώπους. Η θυσία στο Τέρας είχε γίνει για σήμερα, εγώ τη γλίτωσα ρε, εγώ είμαι ζωντανός, ολοζώντανος, αφήνω το κίτρινο τριαντάφυλλο δίπλα του και φεύγω γρήγορα από την πλατεία, αυτή η πλατεία μας ρουφάει αργά αργά τη ζωή, όλη μας η ζωή περιστρέφεται γύρω της, να ξεφύγουμε πρέπει, συμφωνείς;

Ένας γέρος αποφασίζει πιο δύσκολα να πεθάνει γιατί έχει δει πόσο όμορφη είναι η ζωή. Εγώ δεν ξέρω ακόμα. Ένας άνθρωπος που αποφασίζει ότι θα πεθάνει τη μέρα που μπαίνει η άνοιξη είναι ένας άνθρωπος αποφασισμένος να μην αφήσει κανέναν να του την στερήσει, είναι ένα φλεγόμενο πουλί, πώς το λένε ρε, ένας φοίνικας. Εγώ; Εγώ έχω ένα καλοκαίρι να περιμένω.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Ροκάς, φίλε

Κρατούσε ένα μικρό σάκο στην πλάτη και τίποτε άλλο. Υπομονετικά, περίμενε την σειρά του στο λόμπυ του ξενοδοχείου. Καθισμένος σε ένα μοντέρνο, κόκκινο καναπέ, πότε περιεργαζόταν τη φωτογραφική του μηχανή, πότε χάιδευε τα γκριζωπά μαλλιά του, πότε κοιτούσε, επίμονα και αδιάφορα, τους ανθρώπους να περνούν απ' έξω, βιαστικούς, ντυμένους με βερμούδες, πουκάμισα και φορέματα.

Όταν ήρθε η σειρά του, σηκώθηκε αργά. Έγειρε το χέρι στη ρεσεψιόν, κοίταξε την κοπέλα στα μάτια και είπε: "ένα δωμάτιο παρακαλώ, με όμορφη θέα, αν είναι δυνατόν". Είχε βραχνή φωνή. Η κοπέλα του χαμογέλασε και κείνος της έκλεισε το μάτι. Του έδωσε το κλειδί του-τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και τα μάτια της γυάλιζαν-του ευχήθηκε καλή διαμονή, αυτός μ' ένα γελάκι τη χαιρέτησε και μπήκε στο ασανσέρ.

Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Έκανε μία γκριμάτσα. Ένιωθε γέρος-είχε περάσει τα 50. Πλέον, έπαιζε το χαρτί της ωριμότητας, της εμπειρίας: και διάολε, είχε επιτυχία. Η πιτσιρίκα στη ρεσεψιόν τσίμπησε χωρίς να ξέρει ποιος είναι.

Σχεδόν κανείς δεν ξέρει ποιος είναι πια.

Τον έλεγαν Μάρτιν Π. και ήταν τραγουδιστής. Είχε βιώσει με το παραπάνω τα 15 λεπτά δημοσιότητάς του πριν 15 χρόνια περίπου, όταν η το συγκρότημά του, "Οι καναπέδες" με το δίσκο "Το σκεύος" είχε φτάσει στο τοπ-10 των επιτυχιών της χρονιάς. Θυμόταν, περιοδικά του είχαν πάρει συνέντευξη, και μάλιστα είχε βγει και σε μία τηλεοπτική εκπομπή, στο κρατικό κανάλι.

Περασμένα ξεχασμένα σκέφτηκε, και βγήκε από το ασανσέρ. Για ένα διάστημα, όπου κι αν βρισκόταν, του ζητούσαν αυτόγραφα και φωτογραφίες. Τώρα τίποτα. Κυρίως γιατί, από τότε, δεν είχε γράψει τίποτα. Κι όταν λέμε τίποτα, προφανώς εννοούμε τίποτα αξιόλογο. Ο παραγωγός του απέρριψε διαδοχικά ένα δίσκο χιπ-χοπ, δύο συλλογές με ινδικά τραγούδια, μία συνεργασία με τζαζίστες και τέσσερα(!) φωτογραφικά άλμπουμ-του έλεγε, "Μάρτιν, ο κόσμος θέλει γρήγορες κιθάρες και ρυθμό, λοιπόν, τράβα γράψε μας κάτι τέτοιο!", ο Μάρτιν όμως είχε κολλήσει.

Περιφερόταν στους διαδρόμους, ψάχνοντας το δωμάτιό του, όταν του 'ρθε στο μυαλό εκείνη η μέρα: σε ένα ραντεβού, ο παραγωγός τον είχε απολύσει. Του είπε ξεκάθαρα πως ήταν αντιπαραγωγικός και πως δεν συμβάδιζε με την δισκογραφική εταιρία. Αμέσως μετά, καθισμένος στα σκαλιά του οίκου, μιλώντας με τον μάνατζέρ του, έμαθε το ποσό της αποζημίωσής του. Τον άκουσε να του λέει, "Μάρτιν, αγορίνα μου, παιχταρά, κάντην. Σου μιλάω σοβαρά. Φύγε. Τώρα που 'χεις λεφτά. Ταξίδεψε. Ζήσε, για να μπορέσεις να γράψεις κάτι άλλο από αυτές τις παπαριές που γράφεις τώρα. Πήγαινε κάπου που δεν σε ξέρουν και δεν τους ξέρεις. Μην πεις τίποτα. Μόνο τράβα."

Και ο Μάρτιν έφυγε το επόμενο πρωινό. Αν είχε μείνει λίγο ακόμα, θα άκουγε το μήνυμα που του άφησε αργότερα ο μάνατζερ:"Αγορίνα! Χτες ήμουν λιώμα, είπα μαλακίες;". Ο Μάρτιν είχε φύγει, κι από τότε ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πέταξε τον σάκο του δίπλα στο κρεβάτι και βούτηξε μπρούμυτα. Δεν είχε γράψει λέξη. Ούτε κάτι αποτυχημένο. Τίποτα. Ούτε στίχο. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια, πλημμύριζε εικόνες και ιδέες, αλλά μόλις έβλεπε τη λευκή κόλλα, μόλις ένιωθε το στυλό στο χέρι, έτρεμε και φοβόταν.

Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε, πολλές ώρες, όταν ξύπνησε ήταν βράδυ και η πόλη που διακρινόταν από το παράθυρο ήταν φωτεινή. Ζωντανή πόλη, ήθελε να τρέξει, να τη διασχίσει, να καταγράψει τι κάνουν οι τρελαμένοι άντρες με τα όμορφα κοριτσάκια κάθε βράδυ, στα στενά αυτής της παράξενης πόλης, όμως ένιωθε το κεφάλι του βαρύ.

Έβγαλε έξω το τετράδιό του και κάθισε στο κρεβάτι, με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τι να γράψει; Τι να τραγουδήσει; Όλα έχουν γραφεί, όλα έχουν ειπωθεί, ήθελε ενέργεια και δράση, αλλά αν δεν υπήρχε δράση στο χαρτί, δεν μπορούσε να υπάρξει πουθενά αλλού και το γνώριζε. Σήκωσε το ακουστικό και κάλεσε τη ρεσεψιόν.

Το μετάνιωσε αμέσως. Όλη η γοητεία του βρισκόταν στα γκρίζα μαλλιά και στα πράσινα, πονηρά του μάτια. Από το τηλέφωνο, θα ακουγόταν σαν άλλος ένας ανωμαλιάρης γέρος που θέλει τρελίτσες, ενώ πρόσωπο με πρόσωπο, ίσως και να τα κατάφερνε. Σηκώθηκε, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Όχι γιατί του άρεσε η εικόνα, αλλά γιατί ήξερε ότι αγαπούσε τον εαυτό του-μπορεί να μην τραγουδούσε πια, αλλά ήταν ροκάς και αυτό ήταν που 'θελε από παιδί!

"Τι φταίω εγώ που οι άνθρωποι δεν ακούν πια καλή μουσική;" Η αγαπημένη του δικαιολογία, αν και τώρα σκεφτόταν την ξανθούλα στη ρεσεψιόν. Θα την έριχνε; Μάλλον. Την πλησίασε αργά, με το στραβό του χαμόγελο και έγειρε, όπως το πρωί, στο γκισέ. Δε μίλησε αμέσως, περίμενε. Ο γερο-μπάσταρδος, ήξερε καλά το παιχνίδι.

-Κύριε, πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;
 Τον θυμόταν. Φαινόταν στα μάτια της.
-Θα μπορούσες, ίσως, να μου πεις.. Ξέρεις, αν υπάρχει κάποιο μπαράκι ή κάτι τέτοιο, εδώ κοντά..
-Φυσικά, να σας πω.. Έχετε μαζί σας χάρτη; Δεν πειράζει, θα σας δείξω εδώ..Λοιπόν, εδώ μπορείτε να πάτε, σερβίρουν καλά ποτά, κι εδώ-αυτό βάζει ροκ μουσική-και δεν ξέρω, μπορείτε να πάτε σ' αυτό εδώ, είναι πιο κοντά κι αν θέλετε μπορώ να σας δώσω εκπτωτικό κουπόνι από το ξενοδοχείο μας, αλλά εμένα προσωπικά, δε μου αρέσει..

Όση ώρα μιλούσε, ο Μάρτιν την κοιτούσε στα μάτια και χαμογελούσε. Η κοπέλα το κατάλαβε, τον κοίταξε και κοκκίνισε.
-Και, ας πούμε, εσύ τι ώρα τελειώνεις;
-Σε δυο ώρες.
-Θες να έρθεις να με βρεις;
-Αμέ.

Του χαμογέλασε. Όλα έβαιναν καλώς.

Έδωσαν ραντεβού στο πιο κοντινό μπαράκι. Ο τραγουδιστής μας έφτασε εκεί κοντά μία ώρα πριν. Έμοιαζε με παρακμιακό στέκι ροκάδων της δεκαετίας του '60-τουλάχιστον είχε καλή μουσική, και ο Μάρτιν ένιωθε εντάξει ηλικιακά. Παρήγγειλε ένα ουΐσκι με σόδα και περίμενε, κοιτώντας τους υπόλοιπους θαμώνες. Οι περισσότεροι ήταν απολιθώματα εκείνης της εποχής, με μακριά, βρώμικα μαλλιά, και μαύρα, στενά ρούχα. Από το βάθος του μπαρ, ξεπρόβαλε μία τύπισσα, γύρω στα 40, με κοντά μαύρα μαλλιά, στενό μπλουζάκι και κολλητό τζιν. Κοιτούσε έντονα τον Μάρτιν, κι αυτός δε δίστασε να ανταποδώσει-ήταν ήδη στο δεύτερο ποτήρι. Τον πλησίασε, αργά και ηδονικά.

-Είστε ο Μάρτιν Π., έτσι δεν είναι;
-Ένας από αυτούς.
-"Το Σκεύος" ήταν ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους.
-Δεν έχετε γούστο μάλλον.
-Περίμενα με αγωνία το επόμενο δίσκο σας, αλλά δεν άκουσα κάτι..
-Με απήγαγαν εξωγήινοι και με άφησαν πριν 20 λεπτά. Καταλαβαίνεις, δεν προλάβαινα.
-Θέλετε να μου δώσετε ένα αυτόγραφο;
Τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, και χάιδευε τα μαλλιά της. Ο Μάρτιν κοίταξε βιαστικά το μεγάλο ρολόι στον τοίχο, έπειτα την είσοδο, και ξανά την τύπισσα στα μάτια.

Ίσως είχε λίγο χρόνο.

-Ξέρετε, ήμουν ερωτευμένη μαζί σας.
-Ενδιαφέρον.
-Λένε ότι δεν είναι σωστό να έχουμε απωθημένα.
-Συμφωνώ.
-Μένετε εδώ κοντά;

Δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία. Καθώς έβγαιναν χέρι χέρι από κει μέσα σκέφτηκε πόση ώρα του έμενε- ίσως αν έκανε πραγματικά γρήγορα, ίσως αν αργούσε λίγο, ίσως να προλάβαινε και την ξανθιά κοπελίτσα. Την φίλησε και ένιωσε την γεύση κεράσι στο κραγιόν της.
-Πάμε λίγο πιο γρήγορα μωρό μου.

Μπήκαν από την πίσω πόρτα. Σε πέντε λεπτά ήταν στο δωμάτιο. Σε δύο, γυμνοί στο κρεβάτι. Ήταν καταπληκτική! Αλλά αυτός, ας πούμε πως δεν ήταν η καλύτερη μέρα του. Άναψαν τσιγάρο και κοιτούσαν το ταβάνι.

-Λοιπόν, αγορίνα, εγώ να φεύγω.
-Καλά
-Είναι 20 δολλάρια.
-Τι εννοείς;
-Δώσε μου τα 20 δολλάρια να φεύγω.
-Δεν είπαμε τίποτα τέτοιο!
-Σου κάνω καλύτερη τιμή, αφού δεν..
-Δεν είπαμε τίποτα-δεν σου δίνω τίποτα!
-Δεν θες να σ' αναγκάσω.
-Φύγε, δεν σου χρωστάω τίποτα.

Η τύπισσα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα κινητό και κάλεσε. Σε λιγότερο από τρία λεπτά, η πόρτα χτύπησε και αυτή άνοιξε, ένας κοντός μεξικανός μπήκε μέσα, ξυρισμένο κεφάλι, τατουάζ.
-Αμίγκο, δώσε τα λεφτά να την κάνουμε.
-Δεν χρωστάω τίποτα, δεν μου είχε πει τίποτα!
Ο τύπος έβγαλε ένα σουγιά κι άρχισε να καθαρίζει τα νύχια του. Ο ροκάς πάγωσε.
-Θα μετρήσω μέχρι το πέντε. Ένα..
-Μα αφού..
-Δύο..
-Καλά καλά..
-Τρία...
Ο τραγουδιστής πετάχτηκε και έπιασε από το παντελόνι το πορτοφόλι του. Στο "τέσσερα.." έδωσε 20 δολλάρια στο μεξικανό. Δεν πρόλαβε να ακούσει το "πέντε..": ένιωσε μία μπουνιά να του τραντάζει το σαγόνι και μετά σκοτάδι.

Ξύπνησε μετά από ώρα. Είχε αίματα στη μπλούζα του. Ζαλιζόταν και προσπαθούσε να σηκωθεί, κρατώντας το κρεβάτι. Κοίταξε την ώρα: πλησίαζε πρωί. Σκέφτηκε την κοπέλα που θα τον περίμενε στο μπαρ-θα βαρέθηκε, θα έφυγε.

Δεν τον ένοιαζε. Έψαξε το πορτοφόλι του. Πουθενά. Μπάσταρδος μεξικανός, μπάσταρδη γκόμενα.

Δεν τον ένοιαζε. Κοίταξε από το παράθυρο την πόλη. Δεν την ήξερε, αλλά οι πόλεις είναι ίδιες όταν ανατέλλει ο ήλιος. Άνοιξε το παράθυρο και ρούφηξε τον πρωινό αέρα. Ήταν μια δύσκολη βραδιά. Το ένιωθε στο κορμί του. Άναψε ένα τσιγάρο, με το χέρι έξω από το παράθυρο, για να μη χτυπήσει ο συναγερμός. Σκεφτόταν τη χτεσινή ιστορία. Σκεφτόταν τι γαμάτο τραγούδι θα γινόταν η ζωή του. Σκεφτόταν: "πρέπει να βρω έναν καλό στιχουργό να το γράψει."









Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Στον οφθαλμίατρο.

Έχω να γράψω δύο μήνες. Όχι ότι δεν μου έχει ξανασυμβεί, αλλά τώρα, δε μου 'ρχεται καμία ιδέα. Σαν να μην μπορώ να σκεφτώ. Κάθομαι στο γραφείο, έχω μπροστά μου μία κόλλα χαρτί, και μου φαίνεται τεράστια, αδύνατον να τη γεμίσω.

Κρατάω στο χέρι μου το στυλό και περιμένω. Γράφω μία φράση και τη μουτζουρώνω αμέσως. Ακούω ένα τραγούδι, διαβάζω κάτι, αλλά οι ιδέες εκεί, κολλημένες, δεν κατεβαίνουν στο χαρτί. Μιλάω στο τηλέφωνο, μήπως και γίνει τίποτα. Τίποτα.

Πέμπτη βράδυ. Τρεις ώρες μπροστά στη ίδια-λευκή-σελίδα. Ευτυχώς, έχω ραντεβού με τον οφθαλμίατρο-επί τέλους, να ξεκολλήσω για λίγο. Ντύνομαι και βγαίνω έξω.

Στο δρόμο, ψάχνομαι. Να δω κάτι, να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Τίποτα. Οι δρόμοι είναι νεκροί, εγώ ο μόνος ζωντανός. Τι ζωντανός δηλαδή, σκατά ζωντάνια. Φτάνω στον οφθαλμίατρο. Μου ανοίγει. Στην αίθουσα αναμονής μία οικογένεια.

Γενικά, υπάρχουν πράγματα που μ' εκνευρίζουν πολύ, και το να περιμένω στο γιατρό είναι αναμφισβήτητα ένα από αυτά. Αλλά τώρα δε με νοιάζει. Είμαι χαμένος στις σκέψεις μου. Βουτάω ένα περιοδικό, κάθομαι στον καναπέ και το ξεφυλλίζω.

-Ματάκια μου, μη φοβηθείς τώρα στο γιατρό, ναι;
-Μαμά, δε φοβάμαι τους γιατρούς, μην ανησυχείς.
Το κοριτσάκι μου έκανε εντύπωση. Γυρίζω και το κοιτάζω. Κρατάει στα χέρια της ένα κόμικ και διαβάζει. Έχει ένα ύφος, σαν να μαθαίνει το πιο σπουδαίο μυστικό του κόσμου. Τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει, είμαι σίγουρος.

-Μαμά;
-Ναι;
-Τι σημαίνει "στοχαζόμουν";
-Μάλλον δεν το διαβάζεις σωστά.
-"Στοχαζο-μούν";
-Δεν ξέρω τι θες να πεις, αγάπη μου.
Ο πατέρας σιωπηλός κοιτάζει την τηλεόραση. Εγώ χαμογελάω, κοιτώντας έντονα μια σελίδα του περιοδικού που έχω στα χέρια μου. Ο κόσμος ανήκει στα παιδιά και όποιος διαφωνεί είναι βλάκας με περικεφαλαία.

Ο γιατρός βγαίνει και φωνάζει την οικογένεια να περάσει. Καθώς μπαίνουν, το κοριτσάκι γυρίζει και με χαιρετάει. Γεια σου κοπέλα μου! Στοχάζομαι σημαίνει σκέφτομαι..

Φυσικά δεν είπα τίποτα. Ούτε τη χαιρέτησα. Πρέπει να γράψω κάτι γι' αυτήν, είπα. Χτυπάει το κουδούνι, μπαίνει στην αίθουσα ένας τύπος. Με καλησπερίζει, όλο επισημότητα, αρπάζει το τηλεκοντρόλ και ξεκινά να αλλάζει κανάλια με φοβερή ταχύτητα.

Κοιτάζω μία αυτόν, μία την τηλεόραση. Το πρόσωπό του έχει πάρει μία έκφραση άγριας χαράς. Και να μην έχεις πρόβλημα στα μάτια, αποκτάς εν ριπή οφθαλμού.

Πρόβλημα στα μάτια; Τα ακουμπάω. Δεν πρέπει να 'χω τίποτα. Ανοιγοκλείνω και κοιτάζω το περιοδικό. Μία θολούρα.. Λες; Πάντα φοβόμουνα για τα μάτια μου, πως κάπου θα τα χτυπήσω- πως ξαφνικά θα κυλήσουν και θα πέσουν.

Ναι, μέχρι τώρα τα βαστάω αλλά ποιος ξέρει; Τα κρατάω με τα χέρια μου. Αφήνω τον τύπο να αλλάζει κανάλια και βγαίνω έξω.

Έχει βρέξει. Δηλαδή, μυρίζει ο βρεγμένος δρόμος. Ρουφάω τη μύτη μου. Αφήνω για λίγο τα μάτια μου και κοιτάω ψηλά. Δεν έχει αστέρια-μόνο σύννεφα.

Όμορφη βραδιά. Τρέχω σπίτι. Ίσως η έμπνευση να με περιμένει.

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Φύσα!

 Περπατούσε σκυφτός. Ο ήλιος τον πετύχαινε κατακέφαλα, καθώς προχωρούσε στο λιμάνι, προσπερνώντας τα ιστιοφόρα που ήταν σταθμευμένα. Φορούσε ένα ξεβαμμένο τζιν, και μία παλιά φανέλα. Τα μακριά μαλλιά του ήταν μαζεμένα σε μία κοτσίδα. Το μυαλό του ήταν αλλού. Δεν έδινε σημασία σε τίποτα. Βέβαια, δεν υπήρχε κανείς άλλος τέτοια ώρα στο λιμάνι· ήταν απομεσήμερο, ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, μες στην καταραμένη ζέστη, και όλοι ήταν σπίτια τους, στη δροσιά, ή σε κάποια παραλία του νησιού.


Έφτασε δίπλα σε ένα παλιό ιστιοφόρο. Το αναγνώρισε. Πήδηξε μέσα. Φυσικά και το αναγνώρισε: ήταν το δικό του ιστιοφόρο, ο Πήγασος. Δεν ήταν μόνο το πλοίο του. Ήταν κάτι παραπάνω. Ένας πολύτιμος φίλος. Ένας χαμένος αδελφός. Και κάτι παραπάνω. Χάιδεψε απαλά την σκουριασμένη κουπαστή. Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε ψηλά, το κατάρτι. Πόσα χρόνια να είχαν περάσει; Δέκα-ίσως και δεκαπέντε. Μνήμες πλημμύρισαν το μυαλό του, περνούσαν μπροστά από τα ματιά του. 


Θυμήθηκε, ένα βράδυ, κοντά στην Αργεντινή, όταν η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη, και το φεγγάρι φαινόταν σαν να βρισκόταν δίπλα του, και στο βάθος ένα κοπάδι δελφίνια χοροπηδούσαν, χορεύοντας στο δικό τους ρυθμό. Θυμήθηκε, τότε, το συναίσθημα, καθώς έμπαιναν στη διώρυγα του Παναμά: αυτοκράτορας, Θεός! Ή τότε, έξω από κάποιο λιμάνι στην Ιαπωνία, που έκανε μία βδομάδα να μπει- ένας αγέρας σήκωνε κύματα 10-20 μέτρα· και πάντα, με τον Πήγασο. Ακόμα και όταν ξέμεινε από λεφτά, τρεις μήνες έμεινε σε κείνο το λιμάνι στην Αλγερία, και δούλευε, και κάθε βράδυ επέστρεφε στον Πήγασο, ορκιζόταν πως θα ξαναταξιδέψουν-και ξαναταξίδεψαν.


Μέχρι που το ταξίδι τελείωσε, σ' ένα νησί του Νότου, κάπου στην Ελλάδα. Τον έπιασαν. Του έλειπαν κάτι χαρτιά, λέει. Τέρμα. Του πήραν τον Πήγασο, τον πήγανε σε ένα μικρό λιμανάκι, σε ένα μικροσκοπικό νησί, κοντά στην Ιταλία. Εκείνο το βράδυ, το θυμόταν ακόμα, ήταν το χειρότερο βράδυ της ζωής του. Έκλαιγε, ασταμάτητα. Και μόλις ξημέρωσε, σκούπισε τα δάκρυά του, βγήκε από την καμπίνα του, κι έπιασε να καθαρίζει τον Πήγασο. Στο τελευταίο του ταξίδι, θα 'ταν περιποιημένος. Και πριν τον παραδώσει, του 'δωσε μια υπόσχεση: δε θα σε ξεχάσω ποτέ!


Και να τος τώρα. Σκουπίζει ένα δάκρυ. Μαζεύει πάλι την κοτσίδα του, βγάζει την μπλούζα και ξεκινά. Κάθε χρόνο, τέλος καλοκαιριού, επιστρέφει, σε αυτό το λιμανάκι στην άκρη της Ελλάδας, για να ξαναβρεί τον Πήγασό του. Τον καθαρίζει, τον περιποιείται· τηρεί την υπόσχεσή του- θυμάται.


Έτσι και κείνο το απόγευμα, δούλεψε ακατάπαυστα, μες στη ζέστη και τον ήλιο. Σκούπιζε, έπλενε, έτριβε, έβαφε, κολλούσε, έδενε. Και μέχρι να δύσει ο ήλιος, είχε τελειώσει, και το πλοίο βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση από πριν.


Πλέον, ένα αεράκι φυσούσε. Κοιτούσε τον ήλιο στα μάτια, να δύει. Τα μαλλιά του, ξέπλεκα, τα φυσούσε ο αέρας προς τα πίσω, και τα γαλανά του μάτια ήταν μισόκλειστα. Ακουμπούσε στο κατάρτι και κοιτούσε τον ήλιο στα μάτια. Ψιθύρισε, σε μία παράξενη βόρεια γλώσσα: "Φύσα, μαλάκα, φύσα" Ήταν μόνος· μόνος.


Κι όμως φυσούσε.