Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Φύσα!

 Περπατούσε σκυφτός. Ο ήλιος τον πετύχαινε κατακέφαλα, καθώς προχωρούσε στο λιμάνι, προσπερνώντας τα ιστιοφόρα που ήταν σταθμευμένα. Φορούσε ένα ξεβαμμένο τζιν, και μία παλιά φανέλα. Τα μακριά μαλλιά του ήταν μαζεμένα σε μία κοτσίδα. Το μυαλό του ήταν αλλού. Δεν έδινε σημασία σε τίποτα. Βέβαια, δεν υπήρχε κανείς άλλος τέτοια ώρα στο λιμάνι· ήταν απομεσήμερο, ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, μες στην καταραμένη ζέστη, και όλοι ήταν σπίτια τους, στη δροσιά, ή σε κάποια παραλία του νησιού.


Έφτασε δίπλα σε ένα παλιό ιστιοφόρο. Το αναγνώρισε. Πήδηξε μέσα. Φυσικά και το αναγνώρισε: ήταν το δικό του ιστιοφόρο, ο Πήγασος. Δεν ήταν μόνο το πλοίο του. Ήταν κάτι παραπάνω. Ένας πολύτιμος φίλος. Ένας χαμένος αδελφός. Και κάτι παραπάνω. Χάιδεψε απαλά την σκουριασμένη κουπαστή. Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε ψηλά, το κατάρτι. Πόσα χρόνια να είχαν περάσει; Δέκα-ίσως και δεκαπέντε. Μνήμες πλημμύρισαν το μυαλό του, περνούσαν μπροστά από τα ματιά του. 


Θυμήθηκε, ένα βράδυ, κοντά στην Αργεντινή, όταν η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη, και το φεγγάρι φαινόταν σαν να βρισκόταν δίπλα του, και στο βάθος ένα κοπάδι δελφίνια χοροπηδούσαν, χορεύοντας στο δικό τους ρυθμό. Θυμήθηκε, τότε, το συναίσθημα, καθώς έμπαιναν στη διώρυγα του Παναμά: αυτοκράτορας, Θεός! Ή τότε, έξω από κάποιο λιμάνι στην Ιαπωνία, που έκανε μία βδομάδα να μπει- ένας αγέρας σήκωνε κύματα 10-20 μέτρα· και πάντα, με τον Πήγασο. Ακόμα και όταν ξέμεινε από λεφτά, τρεις μήνες έμεινε σε κείνο το λιμάνι στην Αλγερία, και δούλευε, και κάθε βράδυ επέστρεφε στον Πήγασο, ορκιζόταν πως θα ξαναταξιδέψουν-και ξαναταξίδεψαν.


Μέχρι που το ταξίδι τελείωσε, σ' ένα νησί του Νότου, κάπου στην Ελλάδα. Τον έπιασαν. Του έλειπαν κάτι χαρτιά, λέει. Τέρμα. Του πήραν τον Πήγασο, τον πήγανε σε ένα μικρό λιμανάκι, σε ένα μικροσκοπικό νησί, κοντά στην Ιταλία. Εκείνο το βράδυ, το θυμόταν ακόμα, ήταν το χειρότερο βράδυ της ζωής του. Έκλαιγε, ασταμάτητα. Και μόλις ξημέρωσε, σκούπισε τα δάκρυά του, βγήκε από την καμπίνα του, κι έπιασε να καθαρίζει τον Πήγασο. Στο τελευταίο του ταξίδι, θα 'ταν περιποιημένος. Και πριν τον παραδώσει, του 'δωσε μια υπόσχεση: δε θα σε ξεχάσω ποτέ!


Και να τος τώρα. Σκουπίζει ένα δάκρυ. Μαζεύει πάλι την κοτσίδα του, βγάζει την μπλούζα και ξεκινά. Κάθε χρόνο, τέλος καλοκαιριού, επιστρέφει, σε αυτό το λιμανάκι στην άκρη της Ελλάδας, για να ξαναβρεί τον Πήγασό του. Τον καθαρίζει, τον περιποιείται· τηρεί την υπόσχεσή του- θυμάται.


Έτσι και κείνο το απόγευμα, δούλεψε ακατάπαυστα, μες στη ζέστη και τον ήλιο. Σκούπιζε, έπλενε, έτριβε, έβαφε, κολλούσε, έδενε. Και μέχρι να δύσει ο ήλιος, είχε τελειώσει, και το πλοίο βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση από πριν.


Πλέον, ένα αεράκι φυσούσε. Κοιτούσε τον ήλιο στα μάτια, να δύει. Τα μαλλιά του, ξέπλεκα, τα φυσούσε ο αέρας προς τα πίσω, και τα γαλανά του μάτια ήταν μισόκλειστα. Ακουμπούσε στο κατάρτι και κοιτούσε τον ήλιο στα μάτια. Ψιθύρισε, σε μία παράξενη βόρεια γλώσσα: "Φύσα, μαλάκα, φύσα" Ήταν μόνος· μόνος.


Κι όμως φυσούσε.