Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Ροκάς, φίλε

Κρατούσε ένα μικρό σάκο στην πλάτη και τίποτε άλλο. Υπομονετικά, περίμενε την σειρά του στο λόμπυ του ξενοδοχείου. Καθισμένος σε ένα μοντέρνο, κόκκινο καναπέ, πότε περιεργαζόταν τη φωτογραφική του μηχανή, πότε χάιδευε τα γκριζωπά μαλλιά του, πότε κοιτούσε, επίμονα και αδιάφορα, τους ανθρώπους να περνούν απ' έξω, βιαστικούς, ντυμένους με βερμούδες, πουκάμισα και φορέματα.

Όταν ήρθε η σειρά του, σηκώθηκε αργά. Έγειρε το χέρι στη ρεσεψιόν, κοίταξε την κοπέλα στα μάτια και είπε: "ένα δωμάτιο παρακαλώ, με όμορφη θέα, αν είναι δυνατόν". Είχε βραχνή φωνή. Η κοπέλα του χαμογέλασε και κείνος της έκλεισε το μάτι. Του έδωσε το κλειδί του-τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και τα μάτια της γυάλιζαν-του ευχήθηκε καλή διαμονή, αυτός μ' ένα γελάκι τη χαιρέτησε και μπήκε στο ασανσέρ.

Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Έκανε μία γκριμάτσα. Ένιωθε γέρος-είχε περάσει τα 50. Πλέον, έπαιζε το χαρτί της ωριμότητας, της εμπειρίας: και διάολε, είχε επιτυχία. Η πιτσιρίκα στη ρεσεψιόν τσίμπησε χωρίς να ξέρει ποιος είναι.

Σχεδόν κανείς δεν ξέρει ποιος είναι πια.

Τον έλεγαν Μάρτιν Π. και ήταν τραγουδιστής. Είχε βιώσει με το παραπάνω τα 15 λεπτά δημοσιότητάς του πριν 15 χρόνια περίπου, όταν η το συγκρότημά του, "Οι καναπέδες" με το δίσκο "Το σκεύος" είχε φτάσει στο τοπ-10 των επιτυχιών της χρονιάς. Θυμόταν, περιοδικά του είχαν πάρει συνέντευξη, και μάλιστα είχε βγει και σε μία τηλεοπτική εκπομπή, στο κρατικό κανάλι.

Περασμένα ξεχασμένα σκέφτηκε, και βγήκε από το ασανσέρ. Για ένα διάστημα, όπου κι αν βρισκόταν, του ζητούσαν αυτόγραφα και φωτογραφίες. Τώρα τίποτα. Κυρίως γιατί, από τότε, δεν είχε γράψει τίποτα. Κι όταν λέμε τίποτα, προφανώς εννοούμε τίποτα αξιόλογο. Ο παραγωγός του απέρριψε διαδοχικά ένα δίσκο χιπ-χοπ, δύο συλλογές με ινδικά τραγούδια, μία συνεργασία με τζαζίστες και τέσσερα(!) φωτογραφικά άλμπουμ-του έλεγε, "Μάρτιν, ο κόσμος θέλει γρήγορες κιθάρες και ρυθμό, λοιπόν, τράβα γράψε μας κάτι τέτοιο!", ο Μάρτιν όμως είχε κολλήσει.

Περιφερόταν στους διαδρόμους, ψάχνοντας το δωμάτιό του, όταν του 'ρθε στο μυαλό εκείνη η μέρα: σε ένα ραντεβού, ο παραγωγός τον είχε απολύσει. Του είπε ξεκάθαρα πως ήταν αντιπαραγωγικός και πως δεν συμβάδιζε με την δισκογραφική εταιρία. Αμέσως μετά, καθισμένος στα σκαλιά του οίκου, μιλώντας με τον μάνατζέρ του, έμαθε το ποσό της αποζημίωσής του. Τον άκουσε να του λέει, "Μάρτιν, αγορίνα μου, παιχταρά, κάντην. Σου μιλάω σοβαρά. Φύγε. Τώρα που 'χεις λεφτά. Ταξίδεψε. Ζήσε, για να μπορέσεις να γράψεις κάτι άλλο από αυτές τις παπαριές που γράφεις τώρα. Πήγαινε κάπου που δεν σε ξέρουν και δεν τους ξέρεις. Μην πεις τίποτα. Μόνο τράβα."

Και ο Μάρτιν έφυγε το επόμενο πρωινό. Αν είχε μείνει λίγο ακόμα, θα άκουγε το μήνυμα που του άφησε αργότερα ο μάνατζερ:"Αγορίνα! Χτες ήμουν λιώμα, είπα μαλακίες;". Ο Μάρτιν είχε φύγει, κι από τότε ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πέταξε τον σάκο του δίπλα στο κρεβάτι και βούτηξε μπρούμυτα. Δεν είχε γράψει λέξη. Ούτε κάτι αποτυχημένο. Τίποτα. Ούτε στίχο. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια, πλημμύριζε εικόνες και ιδέες, αλλά μόλις έβλεπε τη λευκή κόλλα, μόλις ένιωθε το στυλό στο χέρι, έτρεμε και φοβόταν.

Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε, πολλές ώρες, όταν ξύπνησε ήταν βράδυ και η πόλη που διακρινόταν από το παράθυρο ήταν φωτεινή. Ζωντανή πόλη, ήθελε να τρέξει, να τη διασχίσει, να καταγράψει τι κάνουν οι τρελαμένοι άντρες με τα όμορφα κοριτσάκια κάθε βράδυ, στα στενά αυτής της παράξενης πόλης, όμως ένιωθε το κεφάλι του βαρύ.

Έβγαλε έξω το τετράδιό του και κάθισε στο κρεβάτι, με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τι να γράψει; Τι να τραγουδήσει; Όλα έχουν γραφεί, όλα έχουν ειπωθεί, ήθελε ενέργεια και δράση, αλλά αν δεν υπήρχε δράση στο χαρτί, δεν μπορούσε να υπάρξει πουθενά αλλού και το γνώριζε. Σήκωσε το ακουστικό και κάλεσε τη ρεσεψιόν.

Το μετάνιωσε αμέσως. Όλη η γοητεία του βρισκόταν στα γκρίζα μαλλιά και στα πράσινα, πονηρά του μάτια. Από το τηλέφωνο, θα ακουγόταν σαν άλλος ένας ανωμαλιάρης γέρος που θέλει τρελίτσες, ενώ πρόσωπο με πρόσωπο, ίσως και να τα κατάφερνε. Σηκώθηκε, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Όχι γιατί του άρεσε η εικόνα, αλλά γιατί ήξερε ότι αγαπούσε τον εαυτό του-μπορεί να μην τραγουδούσε πια, αλλά ήταν ροκάς και αυτό ήταν που 'θελε από παιδί!

"Τι φταίω εγώ που οι άνθρωποι δεν ακούν πια καλή μουσική;" Η αγαπημένη του δικαιολογία, αν και τώρα σκεφτόταν την ξανθούλα στη ρεσεψιόν. Θα την έριχνε; Μάλλον. Την πλησίασε αργά, με το στραβό του χαμόγελο και έγειρε, όπως το πρωί, στο γκισέ. Δε μίλησε αμέσως, περίμενε. Ο γερο-μπάσταρδος, ήξερε καλά το παιχνίδι.

-Κύριε, πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;
 Τον θυμόταν. Φαινόταν στα μάτια της.
-Θα μπορούσες, ίσως, να μου πεις.. Ξέρεις, αν υπάρχει κάποιο μπαράκι ή κάτι τέτοιο, εδώ κοντά..
-Φυσικά, να σας πω.. Έχετε μαζί σας χάρτη; Δεν πειράζει, θα σας δείξω εδώ..Λοιπόν, εδώ μπορείτε να πάτε, σερβίρουν καλά ποτά, κι εδώ-αυτό βάζει ροκ μουσική-και δεν ξέρω, μπορείτε να πάτε σ' αυτό εδώ, είναι πιο κοντά κι αν θέλετε μπορώ να σας δώσω εκπτωτικό κουπόνι από το ξενοδοχείο μας, αλλά εμένα προσωπικά, δε μου αρέσει..

Όση ώρα μιλούσε, ο Μάρτιν την κοιτούσε στα μάτια και χαμογελούσε. Η κοπέλα το κατάλαβε, τον κοίταξε και κοκκίνισε.
-Και, ας πούμε, εσύ τι ώρα τελειώνεις;
-Σε δυο ώρες.
-Θες να έρθεις να με βρεις;
-Αμέ.

Του χαμογέλασε. Όλα έβαιναν καλώς.

Έδωσαν ραντεβού στο πιο κοντινό μπαράκι. Ο τραγουδιστής μας έφτασε εκεί κοντά μία ώρα πριν. Έμοιαζε με παρακμιακό στέκι ροκάδων της δεκαετίας του '60-τουλάχιστον είχε καλή μουσική, και ο Μάρτιν ένιωθε εντάξει ηλικιακά. Παρήγγειλε ένα ουΐσκι με σόδα και περίμενε, κοιτώντας τους υπόλοιπους θαμώνες. Οι περισσότεροι ήταν απολιθώματα εκείνης της εποχής, με μακριά, βρώμικα μαλλιά, και μαύρα, στενά ρούχα. Από το βάθος του μπαρ, ξεπρόβαλε μία τύπισσα, γύρω στα 40, με κοντά μαύρα μαλλιά, στενό μπλουζάκι και κολλητό τζιν. Κοιτούσε έντονα τον Μάρτιν, κι αυτός δε δίστασε να ανταποδώσει-ήταν ήδη στο δεύτερο ποτήρι. Τον πλησίασε, αργά και ηδονικά.

-Είστε ο Μάρτιν Π., έτσι δεν είναι;
-Ένας από αυτούς.
-"Το Σκεύος" ήταν ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους.
-Δεν έχετε γούστο μάλλον.
-Περίμενα με αγωνία το επόμενο δίσκο σας, αλλά δεν άκουσα κάτι..
-Με απήγαγαν εξωγήινοι και με άφησαν πριν 20 λεπτά. Καταλαβαίνεις, δεν προλάβαινα.
-Θέλετε να μου δώσετε ένα αυτόγραφο;
Τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, και χάιδευε τα μαλλιά της. Ο Μάρτιν κοίταξε βιαστικά το μεγάλο ρολόι στον τοίχο, έπειτα την είσοδο, και ξανά την τύπισσα στα μάτια.

Ίσως είχε λίγο χρόνο.

-Ξέρετε, ήμουν ερωτευμένη μαζί σας.
-Ενδιαφέρον.
-Λένε ότι δεν είναι σωστό να έχουμε απωθημένα.
-Συμφωνώ.
-Μένετε εδώ κοντά;

Δεν μπορούσε να χάσει την ευκαιρία. Καθώς έβγαιναν χέρι χέρι από κει μέσα σκέφτηκε πόση ώρα του έμενε- ίσως αν έκανε πραγματικά γρήγορα, ίσως αν αργούσε λίγο, ίσως να προλάβαινε και την ξανθιά κοπελίτσα. Την φίλησε και ένιωσε την γεύση κεράσι στο κραγιόν της.
-Πάμε λίγο πιο γρήγορα μωρό μου.

Μπήκαν από την πίσω πόρτα. Σε πέντε λεπτά ήταν στο δωμάτιο. Σε δύο, γυμνοί στο κρεβάτι. Ήταν καταπληκτική! Αλλά αυτός, ας πούμε πως δεν ήταν η καλύτερη μέρα του. Άναψαν τσιγάρο και κοιτούσαν το ταβάνι.

-Λοιπόν, αγορίνα, εγώ να φεύγω.
-Καλά
-Είναι 20 δολλάρια.
-Τι εννοείς;
-Δώσε μου τα 20 δολλάρια να φεύγω.
-Δεν είπαμε τίποτα τέτοιο!
-Σου κάνω καλύτερη τιμή, αφού δεν..
-Δεν είπαμε τίποτα-δεν σου δίνω τίποτα!
-Δεν θες να σ' αναγκάσω.
-Φύγε, δεν σου χρωστάω τίποτα.

Η τύπισσα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα κινητό και κάλεσε. Σε λιγότερο από τρία λεπτά, η πόρτα χτύπησε και αυτή άνοιξε, ένας κοντός μεξικανός μπήκε μέσα, ξυρισμένο κεφάλι, τατουάζ.
-Αμίγκο, δώσε τα λεφτά να την κάνουμε.
-Δεν χρωστάω τίποτα, δεν μου είχε πει τίποτα!
Ο τύπος έβγαλε ένα σουγιά κι άρχισε να καθαρίζει τα νύχια του. Ο ροκάς πάγωσε.
-Θα μετρήσω μέχρι το πέντε. Ένα..
-Μα αφού..
-Δύο..
-Καλά καλά..
-Τρία...
Ο τραγουδιστής πετάχτηκε και έπιασε από το παντελόνι το πορτοφόλι του. Στο "τέσσερα.." έδωσε 20 δολλάρια στο μεξικανό. Δεν πρόλαβε να ακούσει το "πέντε..": ένιωσε μία μπουνιά να του τραντάζει το σαγόνι και μετά σκοτάδι.

Ξύπνησε μετά από ώρα. Είχε αίματα στη μπλούζα του. Ζαλιζόταν και προσπαθούσε να σηκωθεί, κρατώντας το κρεβάτι. Κοίταξε την ώρα: πλησίαζε πρωί. Σκέφτηκε την κοπέλα που θα τον περίμενε στο μπαρ-θα βαρέθηκε, θα έφυγε.

Δεν τον ένοιαζε. Έψαξε το πορτοφόλι του. Πουθενά. Μπάσταρδος μεξικανός, μπάσταρδη γκόμενα.

Δεν τον ένοιαζε. Κοίταξε από το παράθυρο την πόλη. Δεν την ήξερε, αλλά οι πόλεις είναι ίδιες όταν ανατέλλει ο ήλιος. Άνοιξε το παράθυρο και ρούφηξε τον πρωινό αέρα. Ήταν μια δύσκολη βραδιά. Το ένιωθε στο κορμί του. Άναψε ένα τσιγάρο, με το χέρι έξω από το παράθυρο, για να μη χτυπήσει ο συναγερμός. Σκεφτόταν τη χτεσινή ιστορία. Σκεφτόταν τι γαμάτο τραγούδι θα γινόταν η ζωή του. Σκεφτόταν: "πρέπει να βρω έναν καλό στιχουργό να το γράψει."









Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Στον οφθαλμίατρο.

Έχω να γράψω δύο μήνες. Όχι ότι δεν μου έχει ξανασυμβεί, αλλά τώρα, δε μου 'ρχεται καμία ιδέα. Σαν να μην μπορώ να σκεφτώ. Κάθομαι στο γραφείο, έχω μπροστά μου μία κόλλα χαρτί, και μου φαίνεται τεράστια, αδύνατον να τη γεμίσω.

Κρατάω στο χέρι μου το στυλό και περιμένω. Γράφω μία φράση και τη μουτζουρώνω αμέσως. Ακούω ένα τραγούδι, διαβάζω κάτι, αλλά οι ιδέες εκεί, κολλημένες, δεν κατεβαίνουν στο χαρτί. Μιλάω στο τηλέφωνο, μήπως και γίνει τίποτα. Τίποτα.

Πέμπτη βράδυ. Τρεις ώρες μπροστά στη ίδια-λευκή-σελίδα. Ευτυχώς, έχω ραντεβού με τον οφθαλμίατρο-επί τέλους, να ξεκολλήσω για λίγο. Ντύνομαι και βγαίνω έξω.

Στο δρόμο, ψάχνομαι. Να δω κάτι, να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Τίποτα. Οι δρόμοι είναι νεκροί, εγώ ο μόνος ζωντανός. Τι ζωντανός δηλαδή, σκατά ζωντάνια. Φτάνω στον οφθαλμίατρο. Μου ανοίγει. Στην αίθουσα αναμονής μία οικογένεια.

Γενικά, υπάρχουν πράγματα που μ' εκνευρίζουν πολύ, και το να περιμένω στο γιατρό είναι αναμφισβήτητα ένα από αυτά. Αλλά τώρα δε με νοιάζει. Είμαι χαμένος στις σκέψεις μου. Βουτάω ένα περιοδικό, κάθομαι στον καναπέ και το ξεφυλλίζω.

-Ματάκια μου, μη φοβηθείς τώρα στο γιατρό, ναι;
-Μαμά, δε φοβάμαι τους γιατρούς, μην ανησυχείς.
Το κοριτσάκι μου έκανε εντύπωση. Γυρίζω και το κοιτάζω. Κρατάει στα χέρια της ένα κόμικ και διαβάζει. Έχει ένα ύφος, σαν να μαθαίνει το πιο σπουδαίο μυστικό του κόσμου. Τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει, είμαι σίγουρος.

-Μαμά;
-Ναι;
-Τι σημαίνει "στοχαζόμουν";
-Μάλλον δεν το διαβάζεις σωστά.
-"Στοχαζο-μούν";
-Δεν ξέρω τι θες να πεις, αγάπη μου.
Ο πατέρας σιωπηλός κοιτάζει την τηλεόραση. Εγώ χαμογελάω, κοιτώντας έντονα μια σελίδα του περιοδικού που έχω στα χέρια μου. Ο κόσμος ανήκει στα παιδιά και όποιος διαφωνεί είναι βλάκας με περικεφαλαία.

Ο γιατρός βγαίνει και φωνάζει την οικογένεια να περάσει. Καθώς μπαίνουν, το κοριτσάκι γυρίζει και με χαιρετάει. Γεια σου κοπέλα μου! Στοχάζομαι σημαίνει σκέφτομαι..

Φυσικά δεν είπα τίποτα. Ούτε τη χαιρέτησα. Πρέπει να γράψω κάτι γι' αυτήν, είπα. Χτυπάει το κουδούνι, μπαίνει στην αίθουσα ένας τύπος. Με καλησπερίζει, όλο επισημότητα, αρπάζει το τηλεκοντρόλ και ξεκινά να αλλάζει κανάλια με φοβερή ταχύτητα.

Κοιτάζω μία αυτόν, μία την τηλεόραση. Το πρόσωπό του έχει πάρει μία έκφραση άγριας χαράς. Και να μην έχεις πρόβλημα στα μάτια, αποκτάς εν ριπή οφθαλμού.

Πρόβλημα στα μάτια; Τα ακουμπάω. Δεν πρέπει να 'χω τίποτα. Ανοιγοκλείνω και κοιτάζω το περιοδικό. Μία θολούρα.. Λες; Πάντα φοβόμουνα για τα μάτια μου, πως κάπου θα τα χτυπήσω- πως ξαφνικά θα κυλήσουν και θα πέσουν.

Ναι, μέχρι τώρα τα βαστάω αλλά ποιος ξέρει; Τα κρατάω με τα χέρια μου. Αφήνω τον τύπο να αλλάζει κανάλια και βγαίνω έξω.

Έχει βρέξει. Δηλαδή, μυρίζει ο βρεγμένος δρόμος. Ρουφάω τη μύτη μου. Αφήνω για λίγο τα μάτια μου και κοιτάω ψηλά. Δεν έχει αστέρια-μόνο σύννεφα.

Όμορφη βραδιά. Τρέχω σπίτι. Ίσως η έμπνευση να με περιμένει.