Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Κάποτε την άνοιξη

Όμορφη μέρα. Θέλω να πω, ο χειμώνας κράτησε πολύ φέτος και επιτέλους ήρθε μια ηλιόλουστη μέρα. Γενικά, δε μου αρέσουν πολύ οι ζεστές μέρες-ιδρώνω εύκολα- αλλά σήμερα χαίρομαι ιδιαιτέρως. Το κέντρο της πόλης είναι διαφορετικό όταν δεν έχει πολύ κόσμο και μπορείς να περπατήσεις άνετα στους πεζοδρόμους. Σταματάω και χαζεύω πού και πού τις βιτρίνες. Έχουν μαζέψει τα χειμωνιάτικα και παντού έχουν βγάλει ανοιξιάτικα ρούχα. Όμορφη άνοιξη! Παντού βλέπεις γυναικείες γάμπες να περπατάνε, σα χορός.. Ψάχνω κάτι ψιλά στην τσέπη μου. Θέλω να πάρω ένα λουλούδι, έτσι, για να θυμάμαι τη μέρα που τελείωσε ο χειμώνας. Παίρνω ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.

Στο σακάκι μου έχω ένα περίστροφο. Ναι, μην εκπλήσσεσαι. Δεν σκοπεύω να περιφέρω για πολύ καιρό το κουφάρι μου στα συντρίμμια της βρώμικης πόλης που πιο παλιά, όχι πολύ πιο παλιά, ήταν δικιά μου. Δεν έχει μείνει κανένα κομμάτι δικό μου, ένα στενό για να κρυφτώ-το σπίτι μου δεν είναι πια δικό μου-είναι για λίγο, δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα αντέξω. Κάθε μεσημέρι χτυπάει το τηλέφωνο-τράπεζες-λέει, για ένα λογαριασμό σας παίρνουμε, ανάθεμα κι αν ξέρω για ποιον! Που να κοιτάξω να βρω κουράγιο; Χτες περπατούσα στο πάρκο-χτες ήταν ακόμα χειμώνας-και βρήκα ένα γείτονα να ψαχουλεύει στα σκουπίδια. Δεν είμαστε φίλοι, ίσα που του έλεγα καλημέρα αλλά όταν γύρισα σπίτι μου κάθισα χάμω κι έβαλα τα κλάματα. Κι όμως, όταν τον είδα να ψαχουλεύει, γύρισα απότομα κι έφυγα. Ακόμα δεν ξέρω τι έπρεπε να κάνω. Λες και είχα και γω τίποτα να του δώσω. Βαρέθηκα να ζητάω λεφτά από δω κι από εκεί.

Καλά, μην σε κουράζω κι εσένα. Εσύ, μπορεί κάτι να καταφέρεις. Θυμάμαι από παιδιά, όταν συζητούσαμε τι θα κάνουμε, εσύ πάντα ήξερες. Έλεγες θα κάνω αυτό κι άμα δε μου βγει θα κάνω το άλλο! Τώρα έχουμε χαθεί αλλά να ξέρεις, σε σκέφτομαι κάποιες στιγμές. Τις προάλλες, κάτι τύποι, δεν ξέρω τι ήταν, ασφαλίτες μου φάνηκαν, είχαν στριμώξει δύο φουκαράδες σε μια γωνία και τους έδερναν. Έκλαιγαν. Τους άκουσα καθαρά. Ξέρεις τι έκανα; Γύρισα κι έφυγα. Δεν ξέρω ρε, εσύ τι θα έκανες; Δεν ήθελα να φάω και γω ξύλο. Ξαφνικά σκέφτηκα, δεν θέλω να είμαι στη θέση τους. Ούτε συ θα κατάφερνες κάτι νομίζω. Τώρα τους ξένους τους δέρνουν και μετά τους μαζεύουν σε στρατόπεδα, δεν είναι να μπλέκεσαι.

Στρατόπεδα. Μιλούσα με κείνο τον τύπο που παίζαμε μπάλα στο λύκειο, τον θυμάσαι μωρέ. Τότε είχε μακριά μαλλιά, τώρα έχουν αραιώσει κάπως. Μου είπε θα πάει να δουλέψει εκεί, θα το χτίσουν πρώτα και μετά φύλακας. Θα είναι κοντά στο χωριό του, θα βλέπει και τη μάνα του. Έτσι μου έλεγε. Όση ώρα μιλούσε τον κοιτούσα στα μάτια. Δε με κοίταξε. Όταν έφευγε μου έκανε, είμαι άνεργος εννέα μήνες, τον κοίταξα στα μάτια. Δεν είπα κάτι. Έπρεπε να πω;

Ρε φίλε ξέρεις τι θυμάμαι χαρακτηριστικά; Το καλοκαίρι, τότε, που είχαμε σκαρφαλώσει πάνω στο τραμ και χαζεύαμε τον κόσμο. Πολύς κόσμος ρε, πάρα πολύς, και μεις γελούσαμε γιατί νομίζαμε πως ήταν η αρχή. Μάλλον πλησίαζε το τέλος. Δεν θυμάμαι-νομίζω δεν πρέπει να ήσουν τότε-μετά αγρίεψαν τα πράγματα. Άμα βρεθούμε θα σου δείξω το σημάδι στην πλάτη. Δεν είχαν περάσει πολλοί μήνες από το καλοκαίρι.

Άμα βρεθούμε; Δε νομίζω ρε, και συγγνώμη. Αλλά δεν το αντέχω άλλο. Κάποιος μου είπε κάποιο καλοκαίρι ότι είμαστε η πρώτη γενιά που ξέρει καλά τη μυρωδιά των δακρυγόνων. Με το που το λέω, έρχεται το πνίξιμο, το τσούξιμο στα μάτια. Θυμάσαι ρε που μας είχε πει εκείνος ο απίθανος ο μαθηματικός στο λύκειο ότι δεν ευθύνονται οι αστυνομικοί; Πριν ξεκινήσουν όλα... και συ σηκώθηκες και του είπες στα λατινικά ότι όποιοι σιωπούν είναι συνένοχοι; Σε θαυμάζω ρε φίλε.

Εγώ δεν είμαι έτσι. Εσύ δε θα είχες ποτέ στο σακάκι ένα οπλισμένο περίστροφο, αυτός είμαι εγώ. Ξέρεις τι με πειράζει ρε φίλε; Πριν μια βδομάδα είχα πάει σε κάτι ξαδέρφια μου να φάμε. Νομίζω δεν τους ξέρεις ρε, τέλοσπάντων από μικρά μαζί. Κάτι λέγαμε στο τραπέζι, η κουβέντα πήγε στα πολιτικά. Γυρνάει ο ξάδερφος και μου λέει, ξοφλήσανε, προδότες όλοι, να καεί η Βουλή. Εγώ γέλασα, αυτός όχι. Τι να τους πεις ρε; Τι να τους πεις, για ποια ελευθερία και ποια δημοκρατία; Λες και τα θυμάμαι εγώ.

Γι' αυτό σου λέω ρε, εγώ την κάνω. Να κάνω τι; Για ποιον να προσπαθήσω; Εγώ σου είπα, δεν είμαι σαν και σένα, κάθε χτύπημα με βυθίζει πιο βαθιά. Θυμάμαι κάθε φορά το καλοκαίρι εκείνο, λέγαμε να πάμε σε όλα τα νησιά και το περάσαμε σε κείνη την πλατεία. Τι έχει περάσει και η πλατεία, τι έχει δει η κακομοίρα.. Κάθε βράδυ εδώ! Και πάλι, δε θυμάμαι αν ήσουν εδώ όταν μας ψέκασαν. Κόλαση πάει να πει αυτό. Και μεις ντάξει, ξέρεις τι είναι να μην έχεις σπίτι να γυρίσεις, να μην έχεις κανέναν να σε φροντίσει, μια αγκαλιά ρε στην τελική, ξέρεις τι πάει να πει;

Εγώ δεν ξέρω. Την κάνω γιατί δε θέλω να μάθω. Τι θα μου λείψει; Αυτό. Να περπατάω στο δρόμο, ο ανοιξιάτικος καιρός, η πόλη, τα γυναικεία πόδια, τάκα τάκα. Θα μου λείψουν οι αισιόδοξες συζητήσεις. Στ' αλήθεια πίστευες ότι κάτι θα άλλαζε; Εγώ το πίστευα. Τώρα δεν το πιστεύω πια αλλά άμα το πίστευες εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος, εγώ θα ακολουθούσα. Σοβαρά.

Αλλά εγώ δεν μπορώ να ξεσηκώσω ούτε τον εαυτό μου. Έφτασα στην πλατεία. Έχει κόσμο. Και μπάτσους. Δεν τους κοιτάζω, θα 'χουμε ξαναϊδωθεί λογικά. Στέκομαι στις σκάλες. Μπροστά μου το κοινοβούλιο και πίσω μου η πλατεία. Που να κοιτάζω; Δεν είμαι σίγουρος αν έχει σημασία. Ας πούμε ότι δεν έχει. Πιάνω το περίστροφο.

Μπαμ.

Δεν τράβηξα εγώ την σκανδάλη. Ακούστηκε από την άλλη πλευρά της πλατείας. Τρέχω να δω τι συνέβη. Ένας ηλικιωμένος κύριος αυτοκτόνησε. Αίματα τρέχουν. Το όπλο, ένα περίστροφο σαν το δικό μου, λίγο πιο πέρα. Το αίμα βάφει τα λευκά του μαλλιά. Πού κοιτούσε; Νομίζω προς τα πέρα, προς τους ανθρώπους. Η θυσία στο Τέρας είχε γίνει για σήμερα, εγώ τη γλίτωσα ρε, εγώ είμαι ζωντανός, ολοζώντανος, αφήνω το κίτρινο τριαντάφυλλο δίπλα του και φεύγω γρήγορα από την πλατεία, αυτή η πλατεία μας ρουφάει αργά αργά τη ζωή, όλη μας η ζωή περιστρέφεται γύρω της, να ξεφύγουμε πρέπει, συμφωνείς;

Ένας γέρος αποφασίζει πιο δύσκολα να πεθάνει γιατί έχει δει πόσο όμορφη είναι η ζωή. Εγώ δεν ξέρω ακόμα. Ένας άνθρωπος που αποφασίζει ότι θα πεθάνει τη μέρα που μπαίνει η άνοιξη είναι ένας άνθρωπος αποφασισμένος να μην αφήσει κανέναν να του την στερήσει, είναι ένα φλεγόμενο πουλί, πώς το λένε ρε, ένας φοίνικας. Εγώ; Εγώ έχω ένα καλοκαίρι να περιμένω.