Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου

Η ουρά είναι μεγάλη, φτάνει μέχρι την άκρη της πλατείας. Παράξενοι άνθρωποι, ανόμοιοι, και ίδιοι, γκρίζοι. Όλη η γειτονιά σχεδόν. Περιμένουν υπομονετικά, πόση ώρα να 'ναι, ακόμα δεν έχει ξημερώσει καλά-καλά. Σήμερα μοιράζονται πατάτες-αύριο λαχανικά. Και η ώρα περνά, η ουρά μεγαλώνει. Μία κυρία προσπαθεί να πάρει τη θέση της μπροστινής της-τελικά γνωρίζονται. Χαιρετιούνται βεβιασμένα κι έπειτα κοιτούν στο κενό. Οι αγρότες από τα μεγάλα τελάρα αρπάζουν σακιά και τα μοιράζουν. Ο καθένας από μία μικρή σακούλα και σπίτι του.Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και βήμα γοργό. Ας όψεται.

Η ουρά δεν είναι τόσο μεγάλη, αλλά καλύπτει μεγάλο μέρος του ισογείου της τράπεζας. Άνθρωποι ίδιοι, ολόιδιοι. Ένας τύπος, στη μέση, κοιτάζει επίμονα τα χέρια του. Έχει μικρές παλάμες με μακριά δάχτυλα. Του είχαν πει ότι θα 'πρεπε ν' ασχοληθεί με το πιάνο. Εκείνος ακούει μονάχα λαϊκά. Κοιτάζει τις παλάμες του, είναι λευκές, και η ράχη του χεριού του είναι τριχωτή. Τις βάζει στην τσέπη του και-σαν να θέλει να επιβεβαιωθεί-τις βγάζει ξανά και τις κοιτάει. Και το ρολόι όλο γυρνάει-γυρνάει-και η ουρά ίσα που προχωράει. Φθάνει στο ταμείο και λέει-για τη δόση, ξέρετε-και η κοπέλα τον κοιτάει λυπημένα και του κάνει με το κεφάλι όχι, όχι, όχι.

Ο αρχηγός είναι όρθιος. Χαμογελάει και κουνάει τα χέρια. Φωνάζει δυνατά και το πλήθος παραληρεί. Φωνάζουν κι αυτοί συνθήματα, κουνάνε πλαστικές σημαίες και χειροκροτούν. Μια κοπέλα περνάει βιαστικά από το πεζοδρόμιο. Δεν είχε ιδέα για την συγκέντρωση. Ο αρχηγός ουρλιάζει-τον ακούει από τα ηχεία-η πλατεία είναι γεμάτη-δώστε μου δύναμη να τ' αλλάξω όλα!-η κοπέλα δε θέλει να του δώσει καμία δύναμη. Αυτός ωρύεται. ζήτω η Ελλάδα κι εκείνη δε νιώθει καθόλου Ελληνίδα πια, ζήτω η θρησκεία και αυτή δεν πιστεύει πουθενά, σε κανέναν και σε τίποτα, ζήτω η οικογένεια κι εκείνη είναι μόνη, πάει σε ένα μόνο σπίτι, σ' ένα μόνο κρεβάτι με μία μόνη τηλεόραση. Κοιτάζει το πλήθος και μοιάζουν με ανθρώπους δίχως πρόσωπο. Χάνει όλο το χειροκρότημα καθώς κατεβαίνει τα σκαλιά του μετρό.

Κρατάει στο ένα χέρι μία μπύρα και στο άλλο το κορίτσι του. Η πόλη φλέγεται, όπως κάθε καλοκαίρι, το τσιμέντο έχει πάρει φωτιά. Της λέει αστεία και κείνη γελάει, το γέλιο ακούγεται πεντακάθαρο. τα δόντια της φαίνονται κάθε φορά που ανοίγει το στόμα. Είναι ερωτευμένοι μες στο καλοκαίρι και δεν τους νοιάζει τίποτα. το κέντρο της πόλης, μετράνε τράπεζες, Eurobank, Alpha Bank, Citibank, Aspis Bank, Proton Bank, Marfin Bank, στο στενό τους σταματάνε δύο αστυνομικοί-έλεγχος-ταυτότητες-του πετάνε την μπύρα και το μπουκάλι σπάει, ανοίγουν την τσάντα του-την αδειάζουν στο πεζοδρόμιο, σκύβει να μαζέψει τα βιβλία, ο ένας τον κλωτσά, η κοπέλα τον κοιτάζει φοβισμένα. Τα μάτια του βουρκώνουν, κοιτάζει τον μπάτσο να τον βρίζει, μα δεν τον ακούει, επαναλαμβάνει τα ονόματα, Eurobank, Aspis Bank, Proton Bank, Marfin Bank, απομονώνει τα bank-τον βρίζει και τον σπρώχνει-είναι μπανγκ, μπανγκ, μπανγκ, είναι πυροβολισμοί που σκίζουν την βραδινή ησυχία σαν σιωπηλά δάκρυα στα δύο.

Ο σταθμός είναι άδειος-τέτοια ώρα ποιος θα μπει στο τρένο; Ψαχουλεύει κάτι ψιλά στην τσέπη, βιάζεται να γυρίσει σπίτι του. Στο παγκάκι πιο δίπλα ένα ζευγαράκι χαμουρεύεται και τους ρίχνει καμιά ματιά. Ζηλεύει. Στο σπίτι η γυναίκα του θα κοιμάται αγκαλιά με τα δύο κοριτσάκια τους. Αυτός ήσυχα για να μην τις ξυπνήσει θα βγάλει το παντελόνι και θα ξαπλώσει δίπλα από το στρώμα, στο πάτωμα. Θα σκάσει λίγο το παράθυρο, μήπως φυσήξει, και θα περιμένει να τον πάρει ο ύπνος. Το μεγάλο ρολόι του σταθμού δείχνει μία παρά επτά. Ακούει φωνές. Γυρίζει, και βλέπει δύο μεγάλα χέρια να τον αρπάζουν. Πουτάνας γιε, θα πεθάνεις, βρωμιάρη, γιατί ήρθες στη χώρα μου; Τον αρπάζουν και τον σέρνουν πιο κάτω, σε κάτι σκαλιά. Φοβάται και προσπαθεί να ξεφύγει. Τον βρίζουν, καργιόλη, γαμώ τη βρωμοχώρα σου, μη κουνιέσαι. Κάποιος του ρίχνει μία στο μάτι. Τρελαίνεται. Προσπαθεί να ξεφύγει. Παρακαλάει. Κάποιος τραβάει ένα μαχαίρι,τον καρφώνει-ουρλιάζει-και καθώς το αίμα κυλάει φωνάζει με μία παράξενα ψιλή φωνή Εδώ είναι Ελλάδα ρε μουνί! Ο ήχος σαν γέλιο κλόουν ανακλάται και φθάνει παντού- Εδώ Είναι Ελλάδα.

"Όχι. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμη κι αν αυτή η αποκτήνωση είναι μοναδική διέξοδος σε όλο αυτό, κι ακόμη κι αν ούτε τα παιδιά ούτε οι θάλασσες ούτε οι ελιές είναι αθώες του αίματος, θα υπάρξουν κάποιοι που σε αυτές τις νύχτες που ακολουθούν, νύχτες σύγχυσης και γέλιου, νύχτες ατελείωτες, θα τραγουδούν, για πράγματα μεγάλα, και πράγματα γελοία."

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Ψάχνοντας τον Τζόννη

Τον χάσαμε, έτσι, στα ξαφνικά. Θέλω να πω, ξυπνάς ένα πρωί, όλα καλά, ο ήλιος λάμπει και τα πουλάκια κελαηδούν, και το δωμάτιό του είναι άδειο. Δεν είχα πιει και καφέ, το κεφάλι γύριζε, γύριζε. Του είχα δώσει το δωμάτιο του αδερφού μου, δε θα 'ρχόταν για καμιά βδομάδα, του είπα βολέψου, άραξε. Ξέρεις, σαν πασά τον είχαμε, εσύ δεν είχες έρθει και δεν ξέρεις πώς ήταν. Ό,τι ζητούσε αμέσως! Μόλις το συνειδητοποίησα φτιάχνω μια φράπα και παίρνω αμέσως τηλέφωνο το δικό σου. Του λέω, μαλάκα, μας την έκανε! Αυτός έμεινε, μου λέει, ποιος, τι ποιος ρε ηλίθιε, αυτός 1-0, αυτό ήθελες, ρε σου λέω την έκανε, ο Τζόννης μας την έκανε! Τρέχα γύρευε τώρα, που είναι και τι κάνει, δεν άφησε πίσω σημείωμα; Άφησε το κωλόπαιδο αλλά είναι στα σουηδικά και γω μια φορά σουηδικά δεν έμαθα, κι ας γκρίνιαζε ο πατέρας μου. Να σου πω, εσύ τα μιλάς; Δε μιλούσε (προφανώστατα) μου λέει έλα από δω και βλέπουμε. Πήγα. Στην εξώπορτα πέτυχα δύο γκόμενες τρελές, από το σπίτι του πρέπει να φεύγανε, αρχηγός ο δικός σου σου λέω! Η πόρτα ήταν ανοιχτή, τον βρήκα ξάπλα στην μπανιέρα με το μπουρνούζι, να πίνει κάτι σε ροζανοιχτόχρωμη απόχρωση. Φορούσε και γυαλιά ηλίου. Κάθισα και γω στη χέστρα, τι να κάνεις; Δε μιλούσαμε. Άναψα τσιγάρο και το ρώτησα: Τι θα κάνουμε; Με κοιτούσε πολύ ώρα. Μαλάκα, ξύπνα, τι θα κάνουμε χωρίς τον Τζόννη; Θα μας γαμήσουνε! Η λέξη μάλλον τον ταρακούνησε, χαμογέλασε και μου 'κλεισε το μάτι. "Έρχεται η Τζέννα". Ποια είναι η Τζέννα; Δε θέλω να ξέρω. Δεν έχω όρεξη για τέτοια. Πάω να φύγω. Μου λέει: "Το σημείωμα;" Είναι πάνω στο τραπέζι. Φεύγω. Δε θα περιμένεις τη Τζέννα; Είναι και γαμώ τα μωρά! Δε θα την περιμένω. Το ασανσέρ ήταν πιασμένο, κατεβαίνω απ' τις σκάλες. Έχει βγάλει και ήλιο, δεν έχω γυαλιά. Τι μαλακίες, μου φαίνεται θα πάω και γω στη Σουηδία, κάπου βόρεια, να 'χει έξι μήνες νύχτα. Και έξι μήνες ήλιο; Μπα, τότε θα την κάνω. Πόσους μήνες το σχεδιάζαμε; Πάνω από έξι σίγουρα. Μέχρι και ειδικό απ' έξω φέραμε και μας βγήκε κωλόπαιδο! Κι όμως ήταν χαμογελαστός όλη την ώρα. Δεν περνούσε καλά; Βαριότανε; Και τα λεφτά! Τα λεφτά λες να μην τα ήθελε; Ξέρω γω, δεν βγάζεις άκρη με τους ψυχάκηδες. Κάτι τέτοια σκεφτόμουνα, και που θα βρω τον Τζόννη, α ρε Τζόννη τι μας έκανες, όταν με χτύπησαν στο κεφάλι. Σωριάστηκα φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο, μου πήρανε, και τι δε μου πήρανε, έμεινα με το πουκάμισο και το σώβρακο. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται λένε και μάλλον έχουν δίκιο.

Γυρίζω στο σπίτι του δικού σου, να μου δώσει κάνα παντελόνι να πάω σπιτάκι μου, δεν την παλεύω άλλο, θέλω να κουκουλωθώ και όταν σηκωθώ να 'ναι όλα ένα όνειρο, εφιάλτης ρε, πώς το λένε; Η πόρτα είναι ανοιχτή. Πες του και συ τίποτα, θα τον φάνε έτσι κι είναι κρίμα. Την σπρώχνω και μένω με το στόμα ανοιχτό. Στον καναπέ δύο γκόμενες ξανθιές γαλανομάτες χαμουρεύονται και δε μου δίνουν σημασία. Έχω μείνει κόκαλο και κοιτάζω. Ακούω μια φωνή: Μάστορα! Γυρνάω. Στην κουζίνα ο δικός σου και ο Τζόννης παίζουν πόκερ και πίνουν κάτι που δε μυρίζει και πολύ νορμάλ. Απανωτά σοκ σου λέω. Ρίχνω ένα μπουκέτο στον Τζόννη και τον ρίχνω από την καρέκλα-εκείνος σκάει στα γέλια, μου δείχνει μία μαύρη σακούλα, ανοίγω, τρεις ολοκαίνουργιοι μηχανισμοί! Γελάω και γω σα μαλάκας, σα να 'ρθαν τα Χριστούγεννα πολύ νωρίς φέτος. Αράζω στην καρέκλα. Λοιπόν, τι παίχτηκε, που πας με το σώβρακο; Άστα αυτά τώρα ρε, πού βρέθηκε αυτός; Βασικά, ποιες είναι αυτές; Τι τρέχει; Να σου συστήσω την Τζέννα και τη Χέλγκα, ο Τζόννης από δω την κάρφωνε στη πατρίδα πριν κάτι μήνες, εκείνη ήρθε στο Γκρης και στο σημείωμα έλεγε ότι πάει να τη βρει. Η Τζέννα, σου είπα ρε μαν, φίλη, ήρθε να μου μεταφράσει το σημείωμα, πρόμπλεμ;

Και μου 'κλεισε το μάτι ο αλήτης. Μετά χαζέψαμε για λίγο τα γκομενάκια. Τις βόμβες θα τις βάζαμε την άλλη βδομάδα.