Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Εκεί ακριβώς, στο καλοκαίρι

Είναι περίπου 11, αλλά στα νησιά ο ήλιος δε δύει ποτέ. Λένε ότι του αρέσει να ξαποσταίνει λίγο παραπάνω όπου ακούγονται γέλια και φωνές, πανηγύρια και χοροί.

Φυσάει. Ο θεός είναι παρών. Μη ρωτάς ποιος, δεν έχει καμία σημασία. Είναι σίγουρο πως ο θεός κατοικεί στα λευκά σπίτια που βρίσκονται χτισμένα πάνω στο βράχο, πως κατοικεί στο δυνατό αέρα που περνά ανάμεσα από τα γαλάζια τους παράθυρα.

Σ' ένα στενό δρομάκι, ανεβαίνουμε, με μία κατσαρόλα στα χέρια, και μία σαλάτα με ντομάτες και αγγούρια. Ο αέρας σηκώνει τα μαλλιά και τα ανεμίζει, αλλά το βήμα είναι σταθερό. Κάποιος είπε: είμαστε τρελοί εξ αιτίας του αέρα.

Σ' ένα σπίτι στο πίσω μέρος του βράχου, μυρωδιές από χταπόδι και αλάτι και θάλασσα, και ο αέρας να φέρνει τραγούδια που ακούστηκαν χρόνια πριν από μια αρμάδα πειρατές, οι οποίοι ερωτεύτηκαν το βράχο και δεν κατέβηκαν ποτέ.

Ερωτεύτηκαν το φως και τον αέρα. Σε κοιτάζω και γελάμε γιατί δε χρειαζόμαστε παρά τον ήλιο. Η ώρα δεν περνά όσο κι αν τρέχουμε-τρελαμένοι-από τη μία άκρη στην άλλη, η ώρα είναι ίδια, μυρίζει βασιλικός και γιασεμί, με την μπύρα στο χέρι και το αλάτι στα μαλλιά, σε μία ταράτσα κοιτάζουμε τα φώτα.

Τα φώτα του λιμανιού μπλέκονται με τα φώτα του ουρανού και γίνονται ένα-όταν πέφτουν, σκύψε μη σε χτυπήσουν-και θες να χορέψεις γιατί ακούς τη μουσική, να χορέψεις μέχρι να ξημερώσει γιατί αυτή είναι η τελευταία μέρα από την σειρά των τελευταίων ημερών, εδώ, που για πάντα θα είναι Σάββατο και πάντα θα είναι Ιούλιος.

Σε μια μικρή πλατεία-ήταν γύρω στις 4-θα θυμάμαι για πάντα το μοναχικό σου χορό-δε χόρεψες ποτέ-θα θυμάμαι ένα βλέμμα.