Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Στον Εθνικό Κήπο, Κυριακή πρωί

-Κάπου κάναμε λάθος, αλλά δεν είμαι σίγουρος πού.
-Υποτίθεται πως θα 'χε πλάκα, πως θα ΄χε ταξίδια και γέλια και χορούς και μουσικές.
-Υποτίθεται πως εμείς θα φέρναμε τον νέο κόσμο που 'χαμε μες στο κεφάλι μας.
-Ρε, ξέρεις τι; Τελευταία, όλοι όσοι ξέρω κοιμούνται από τις δέκα και μισή, πηγαίνουν κάθε μέρα γυμναστήριο, πίνουν φυσικούς χυμούς και συζητάνε για μπάλα ή σινεμά. Και γω..
-Εσύ τι ρε μαλάκα;
 Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ήθελε να πει κάτι σαν "εγώ ξέμεινα" ή "εγώ δε γουστάρω", αλλά φοβόταν μην τον κοροϊδέψει. Φοβόταν μήπως για να αλλάξει κουβέντα του πει κάτι για ωριμότητα.

-Φοβάμαι.
  Το είπε και σηκώθηκε. Ο άλλος τον κοίταξε. Καμία αναφορά σε περασμένα χρόνια δεν μπορούσε να απαλύνει την απώλεια ενός παρόντος καλυμμένου με απατηλές προσδοκίες και σκληρές αλήθειες, που χτυπούσαν πλέον τις καμπάνες, που ούρλιαζαν από τα κελιά τους σαν κολασμένοι κατάδικοι.

-Θα σε πάρω μία απ' αυτές τις μέρες. Να πάμε για καμιά μπύρα.

  Περπάτησε αργά, κοιτώντας γύρω του τα παιδιά και τους παππούδες, τους γέροντες με τις ανοιχτές εφημερίδες, τα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούσανε και τον αέρα που φυσούσε και ανοιγόκλεινε έκπληκτος τα μάτια, και προσπαθούσε να τ'αποτυπώσει όλα, σαν να τραβούσε φωτογραφίες.
  Πέταξε τη γόπα του σε μία λακκούβα με λασπόνερα κι έστριψε απότομα.