Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Επτά παγωμένες σφαίρες

Καθόμουν με πλάτη στον τοίχο, στο βάθος του καφενείου. Ήταν άδειο τέτοια ώρα, αλλά παρ' όλ' αυτά προτίμησα να καθίσω εκεί πίσω, κοντά στο μπαρ. Περίμενα απ' έξω, μέχρι να έρθει η κοπέλα να ανοίξει, κι ύστερα, αφού μου έφτιαξε καφέ, την παρακολούθησα να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει, να καθαρίζει ένα-ένα τα τραπέζια, να τακτοποιεί τις καρέκλες, να βάζει καθαρά τασάκια σε κάθε τραπέζι.

Κρύωνα ακόμη, κι έτσι προτίμησα να κρατήσω το παλτό και το κασκόλ μου. Της ζήτησα να βάλει μουσική κι αυτή έβαλε στο ραδιόφωνο ένα σταθμό που είχα αρκετό καιρό να ακούσω. Έπαιζε μία εύθυμη τζαζ, με γυναικεία φωνητικά, ένα πέρασμα από τη μπήποπ στη μουσική της μόταουν. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο ταίριαζε στην κοπέλα που έφτιαχνε τα τραπέζια, ταίριαζε στην ψύχρα και στον κόσμο της δουλειάς που περνούσε απ' έξω.

Νομίζω ότι ταίριαζε και σ' εμένα. Μου θύμιζε ίσως κάτι αυτή η σιωπή. Όταν τελείωσε τις δουλειές, ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μου. Είχε καστανά μαλλιά, κοντά κομμένα και πιασμένα χαμηλά. Φορούσε ένα μακρύ πλεχτό πουλόβερ κι ένα στενό τζην παντελόνι. Της άπλωσα το πακέτο και πήρε ένα τσιγάρο, το έβαλε στο στόμα της και έψαξε τις τσέπες της. Εγώ άναψα ένα σπίρτο, άναψα το δικό μου τσιγάρο κι ύστερα το δικό της. Καπνίζαμε σιωπηλοί.

Χωρίς να μιλήσουμε, της έδειξα την άδεια κούπα μου κι εκείνη σηκώθηκε, πήγε πίσω από το μπαρ, και γύρισε μετά από λίγο με δύο αχνιστές κούπες. Πήρε άλλο ένα τσιγάρο, το άναψα, φύσηξε τον καπνό πάνω μου και με ρώτησε:
-Λοιπόν;
-Λοιπόν τι;
-Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;

Έκανα μια αόριστη χειρονομία. Η αλήθεια είναι ότι δεν με ένοιαζε να μιλήσω με κάποιον. Από την άλλη, δεν ήθελα να καθίσω και μόνος μου. Τουλάχιστον μέχρι να έρθει εκείνη. Κι εκείνη δεν θα ερχόταν από τώρα. Οπότε...
-Εσύ τι κάνεις εδώ;
-Εγώ δουλεύω εδώ.
-Δεν έχεις καμία καλύτερη δικαιολογία;

Χαμογέλασε. Όταν χαμογελούσε ήταν όμορφη. Αναρωτιόμουν αν είχε κάποιον να την περιμένει στο σπίτι. Αν, το πρωί που σηκώθηκε, είπε σε κάποιον καλημέρα, ή αν κάποιος της έδωσε ένα φιλί προτού κλείσει την πόρτα πίσω της και κατέβει με βαριά καρδιά τα σκαλιά. Τη φανταζόμουν σιωπηλή, να περιμένει το μετρό, να κρατάει σφιχτά στο χέρι της το εισιτήριο. Σίγουρα δε θα είχε κάποιο βιβλίο. Ίσως να άκουγε μουσική. Άραγε να σιγοψιθύριζε ένα τραγουδάκι, όταν περπατούσε προς τα εδώ;
-Γιατί δεν βγάζεις το παλτό;
-Έρχομαι από το Νότο. Θέλω να κρατήσω τη ζέστη μέσα μου.
-Κι αν το βγάλεις ώσπου να πιεις τον καφέ, θα παγώσεις;
-Αν το βγάλω, τίποτα δεν θα είναι ίδιο πια.

Και της έκλεισα το μάτι. Αυτή η κάπως ασχημούτσικη κοπέλα, που ομόρφαινε μόλις χαμογελούσε, μου θύμιζε κάτι. Όχι ότι την ήξερα, ούτε που θα την είχα ξαναπετύχει ποτέ. Ούτε και μου θύμιζε κάποια κοπέλα που κάποτε ήξερα ή είχα αγαπήσει. Μάλλον μου θύμιζε μια εποχή, μια περίοδο της ζωής μου που, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ήμουν σίγουρος πως θα γινόμουν κάποιος. Όχι κάποιος τυχαίος, αλλά Κάποιος.

Και τελικά δεν έγινα.

Δύο παππούδες άνοιξαν την πόρτα και κάθισαν σ' ένα τραπεζάκι στην μπροστινή γωνία. Η κοπέλα άφησε το τσιγάρο στο τασάκι και πήγε να τους φτιάξει καφέδες. Δεν χρειαζόταν παραγγελία, ήξερε ακριβώς τι ήθελαν. Δύο αραβικούς μέτριους και ένα σκάκι.
-Τους βλέπεις αυτούς τους δύο; Έρχονται εδώ κάθε πρωί. Φεύγουν το μεσημέρι, πάνε στο ταβερνάκι στο από κάτω στενό, τρώνε, ύστερα για μεσημεριανό ύπνο, και το απογευματάκι πάλι εδώ. Δε μιλάνε πολύ, αλλά οι παρτίδες τους είναι μες στην ένταση, στο πάθος. Να φανταστείς, μαζεύεται κόσμος και τους παρακολουθεί. Το βραδάκι, φεύγουν λίγο πριν κλείσουμε...
-Μένουν εδώ στη γειτονιά;
-Ναι, από τους πιο παλιούς της περιοχής. Γέννημα-θρέμμα που λένε. Μια φορά που τους πήγα τους καφέδες, με κοίταξαν με περιέργεια και ο ένας με ρώτησε από πού είμαι. Εγώ τρόμαξα κάπως, ξέρεις, πολλά γίνονται, κι έτσι τος είπα ότι είμαι από εδώ. Την επόμενη μέρα, όταν τους έφερα τους καφέδες, μου λέει πάλι:"από που είσαι; ρωτήσαμε στη γειτονιά και δεν είσαι από εδώ", αλλά στη φωνή του παππού δεν υπήρχε έχθρα ή κακία, μόνο ενδιαφέρον, για ποιο λόγο δηλαδή κάποιος να πει ότι είναι από εδώ, ενώ δεν είναι. Τους εξήγησα κι εγώ ότι οι γονείς μου είναι από την Αλβανία και πως εγώ μένω τέσσερις στάσεις του μετρό προς τα δυτικά. Και ξέρεις τι μου είπαν; Με κοίταξαν σοβαρά, πολύ σοβαρά, και μου είπαν:"δεν ξέρουμε εμείς από αυτά κοπέλα μου-εμείς οι δυο, παιδικοί φίλοι, μαζί από μωρά, δεν φύγαμε ούτε μία φορά από τη γειτονιά". Αλήθεια, αυτό μου είπανε. Δεν είναι φοβερό;
-Εσύ έχεις πάει πουθενά;
-Εννοείς, αν έχω ταξιδέψει; Ή μέσα στην πόλη;
-Ποιο είναι το πιο μακρινό ταξίδι που έχεις κάνει;
-Όταν ζούσαν ακόμα οι γονείς μου, είχαμε πάει ένα καλοκαίρι στην Αλβανία. Αλλά ήμουν πολύ μικρή, δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Μόνο μία εικόνα της θάλασσας και του ήλιου, μία αίσθηση ξενοιασιάς και οικειότητας. Δεν λένε και πολλά αυτά, έτσι;
-Πού ονειρεύεσαι να ταξιδέψεις;

Τα μάτια της έλαμψαν. Ποιος ξέρει πόσο καιρό περίμενε αυτή η κοπέλα που φτιάχνει και σερβίρει όλη μέρα καφέδες κάποιον να τη ρωτήσει για τα όνειρά της, για τα ταξίδια που θα 'θελε να κάνει. Άραγε αυτός που τη φιλούσε το πρωί, προτού κλείσει την πόρτα πίσω της και κατέβει με βαριά καρδιά τις σκάλες, να την είχε ρωτήσει ποτέ; Άραγε τι να τη ρωτούσε τα βράδια προτού την πάρει ο ύπνος; Ίσως να μην κοιμόντουσαν καν μαζί, ίσως αυτός στον καναπέ και αυτή μόνη, στην κρεβατοκάμαρα, κουκουλωμένη, να παλεύει με την αϋπνία.
-Αχ, θα ήθελα πάρα πολύ να περπατήσω στις όχθες του Σηκουάνα. Ή να καθίσω στα σκαλιά της Μονμάρτης και να κοιτάξω τη θέα. Να πιω έναν εσπρέσο σ' ένα σοκάκι της Ρώμης και να φάω τάπας στη Βαρκελώνη. Να χορέψω σουΐνγκ στο Λονδίνο και να ακουμπήσω με τις παλάμες μου το τείχος του Βερολίνου. Θέλω να νιώσω στο πετσί μου το ψύχος της Μόσχας και να παζαρέψω στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα στο τρένο, να αντικρίσω τις ατελείωτες πεδιάδες της κεντρικής Ευρώπης, και στο βάθος οι Άλπεις, χιονισμένες, πάντα χιονισμένες. Αλλά αν μου ζητάς να διαλέξω ένα ταξίδι, αν θα μπορούσα να ταξιδέψω μόνο μία φορά προτού πεθάνω, τότε δεν θα ήξερα τι να σου πω.

Σηκώθηκε απότομα και πήγε βιαστικά πίσω από το μπαρ. Πρέπει να κατάλαβε πως δεν είναι λογικό να ανοίγεσαι σ' έναν περίεργο τύπο που αρνείται πεισματικά να βγάλει το παλτό του. Δεν είναι λογικό να μιλάς για τα όνειρά σου, όχι μόνο σ' έναν ξένο αλλά κυρίως δεν είναι λογικό να μιλάς γι' αυτά στους δικούς σου ανθρώπους, γιατί αν καταλάβουν τι ονειρεύεσαι, ίσως να αντιληφθούν ότι κάτι δεν πάει και τόσο καλά με την πάρτη σου και τότε, φίλε μου, την έχεις πατήσει άσχημα.

Η ώρα περνούσε. Η κοπέλα δεν ξανακάθισε μαζί μου, αν και μου έριχνε κλεφτές ματιές και κάπου-κάπου ξαναγέμιζε την κούπα μου με καφέ. Εγώ κοιτούσα πότε την πόρτα και πότε το μεγάλο ρολόι του τοίχου. Η ώρα περνούσε, κι αυτή δεν εμφανιζόταν. Θα την περίμενα μέχρι το μεσημέρι φυσικά, κι ύστερα θα έφευγα. Κι όμως το ραντεβού που είχαμε δώσει ήταν ξεκάθαρο, δε νομίζω πως είχε μπερδευτεί με την ώρα ή με το μέρος.

Η τελευταία φορά που την είχα δει: πριν τέσσερα χρόνια κι επτά ημέρες. Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα, σε μια αποκριάτικη παρέλαση. Την είδα ανάμεσα στον κόσμο, ντυμένη κάτι σαν μάγισσα νομίζω, αν και ο καιρός έχει διαλύσει σε κάποιο βαθμό την εικόνα της. Έτρεξε από πίσω της, την τράβηξα από την παρέα της και τη φίλησα για κάποια δευτερόλεπτα. Ύστερα, έσκυψα στο αυτί και της ψιθύρισα:"θα σε περιμένω, κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, εκεί που γνωριστήκαμε".

Φυσικά, μετά από αυτό εξαφανίστηκα. Τις προηγούμενες τέσσερις φορές δεν ήμουν εδώ. Το γνώριζα πως ήταν αυτή η μέρα, ότι θα έπρεπε να ήμουν κάπου αλλού, αλλά δεν εμφανίστηκα. Τα τελευταία χρόνια ήταν κάπως παράξενα, σε τέτοιο βαθμό που ένιωθα βαθιά ευτυχής που ήμουν ακόμη ζωντανός-κι αυτό οφειλόταν στο μαραφέτι που είχα χωμένο στην εσωτερική μου τσέπη και στις επτά παγωμένες σφαίρες που χωρούσαν στη θαλάμη του.

Όταν οι δύο σκακιστές παππούδες πλήρωσαν κι έφυγαν, η κοπέλα ήρθε και κάθισε πάλι μαζί μου. Με κοίταξε μ' ένα παράξενο βλέμμα, κατ' ευθείαν στα μάτια. Είχε πάρει τις αποφάσεις της.
-Δεν θα έρθει.
-Ποιος;
-Αυτή που περιμένεις. Δεν θα έρθει.
-Και πού το ξέρεις εσύ;
-Αν ήταν να έρθει, δεν θα είχε ήδη έρθει;

Μου χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι της στο πόδι μου. Με χάιδεψε και ψιθύρισε, με εντελώς διαφορετική φωνή.
-Και δεν θα έπρεπε να σε αφήνει μόνο σου...

Τραβήχτηκα. Αυτή γέλασε και σηκώθηκε.
-Κοίτα, αν δεν θες, δε θα σε παρακαλάω κιόλας. Αν όμως θες, περίμενε να σχολάσω, σε μια ώρα περίπου.

Μου έκλεισε το μάτι και περπάτησε αργά και λάγνα, γνωρίζοντας πως την κοιτάζω, προς το μπάνιο. Η εικόνα του συντρόφου που είχα σχηματίσει για την κοπέλα διαλύθηκε: ήταν απλώς μόνη, μόνη όπως όλοι μας. Το πρωί ξύπνησε σ' ένα παγωμένο δωμάτιο και σηκώθηκε από το μονό κρεβάτι, πλύθηκε σιωπηλή, ήπιε μόνη της τον καφέ της, ντύθηκε χοντρά και τράβηξε την πόρτα πίσω της. Αλλά σίγουρα κατέβηκε με βαριά καρδιά τις σκάλες, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Δεν μπορώ να τη φανταστώ να καλεί ασανσέρ.

Γύρισε και στάθηκε πίσω από το μπαρ. Εγώ κάπνιζα και μέσα από τους καπνούς κοίταζα την είσοδο σταθερά, αν κι είμαι σίγουρος πως η κοπέλα κοίταζε μία εμένα και μία την πόρτα, και ίσως να χαμογελούσε, έτσι που να 'ναι πιο όμορφη, γιατί γνώριζε πως κάθε λεπτό που περνούσε και η πόρτα δεν άνοιγε, οι πιθανότητες να μην είναι μόνη της το βράδυ αυξάνονταν.

Ύστερα όμως, η πόρτα άνοιξε. Μπήκε μέσα αυτή που περίμενα. Ένα κορίτσι με μαύρα μακριά μαλλιά και αφέλειες ως τα μάτια. Φορούσε μαύρο παλτό και χοντρό καλσόν. Οι ψηλές μπότες της έκαναν το ξύλινο πάτωμα να τρίζει. Χωρίς να κοιτάξει πουθενά αλλού, ήρθε στο τραπέζι μου και κάθισε. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί, να κοιταζόμαστε. Μίλησε εκείνη πρώτη.
-Ήρθες.
-Ήρθα.
-Πού ήσουν όλα αυτά τα χρόνια;
-Ήταν αδύνατον να έρθω.
-Γιατί;
-Είναι μεγάλη ιστορία. Σκέψου κάτι σαν κυνηγητό, που δεν μου επέτρεψε να διαθέσω χρόνο για τον εαυτό μου.
-Και τώρα; Δεν σε κυνηγάει κανένας;
-Κάποια στιγμή την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα πως δεν είχε νόημα να τρέχεις να ξεφύγεις, αν δεν έχεις δίπλα σου κάτι που να αξίζει.
-Γι' αυτό είσαι εδώ; Για να με πάρεις μαζί σου στο κυνηγητό;
-Νόμιζα ότι ήθελες να ζήσεις τη μεγάλη περιπέτεια.

Χαμογέλασε. Κουνούσε νευρικά το πόδι. Πάντοτε το έκανε αυτό, από τότε που τη θυμάμαι.
-Κι αν σου έλεγα πως ήδη ζω τη μεγάλη περιπέτεια;
-Τι θες να πεις;

Κούνησε το κεφάλι ειρωνικά και μου έδειξε με το δάχτυλο την είσοδο. Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα τρεις ψηλοί κοστουμαρισμένοι τύποι, με μαύρα γυαλιά ηλίου. Φυσικά, ό,τι ακολούθησε έγινε πολύ γρήγορα, προτού καν το συνειδητοποιήσω. Άλλωστε, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.

Όταν οι πυροβολισμοί έπαψαν, οι τρεις τύποι ήταν ξαπλωμένοι, με δύο τρύπες στο κρανίο ο καθένας, και είμαι απολύτως σίγουρος πως δεν ανέπνεε κανένας τους. Η κοπέλα από το μπαρ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα βουβή, κι ύστερα έτρεξε έξω από το καφενείο ουρλιάζοντας. Κι εμείς οι δύο;

Εγώ ακουμπούσα την κάννη στο σημείο που τελείωναν οι αφέλειες, ανάμεσα στα μάτια της, ενώ το δικό της περίστροφο ακουμπούσε το καυλί μου. Ή, για την ακρίβεια, το χάιδευε.
-Χάρηκες που με είδες;
-Με καυλώνουν τέτοια σκηνικά.
-Τι θα κάνουμε τώρα;

Μου έκλεισε το μάτι. Δεύτερη γκόμενα την ίδια μέρα. Και γαμώ.
-Ούτε να το σκέφτεσαι.
-Στο λόγο της τιμής μου.
-Εδώ; Τώρα; Κοίτα τους νεκρούς φίλους σου!
-Δεν ήταν φίλοι μου χαζέ, απλώς φλέρταρα για λίγο με την ιδέα να πάρω εκδίκηση.
-Να πάρεις εκδίκηση; Για ποιο πράγμα; Αφού ό,τι έκανα, το έκανα για σένα!
-Έτσι ε; Για μένα πήδηξες την αδερφή μου;

Α, ναι. Η αδερφή της. Πράγματι, αυτό δεν ήταν πολύ καλό. Ή, για την ακρίβεια, παραήταν καλό.
-Και τώρα τι; Το ξεχνάς; Με συγχωρείς δηλαδή;
-Μ' έχεις ανάψει μωρός μου, θέλω να σε καβαλήσω και μετά να...

Φυσικά, πάτησα τη σκανδάλη. Η πουτάνα θα 'χε τινάξει τα αρχίδια μου στον αέρα αν με είχε προλάβει. Ήταν πανέμορφη, έτσι όπως στάθηκε για λίγο με έκπληξη στο βλέμμα κι ένα μισοσχηματισμένο χαμόγελο στο στόμα, προτού σωριαστεί στο πάτωμα.

Σηκώθηκα αργά και σκούπισα το παλτό μου. Τράβηξα το φερμουάρ και περπάτησα αργά προς την έξοδο. Τέσσερα πτώματα πίσω μου, επτά χρησιμοποιημένες με σοφία σφαίρες. Και μία κατατρομαγμένη μοναχική κοπέλα που ονειρευόταν απραγματοποίητα ταξίδια.

Βγήκα στο κρύο και περπάτησα βιαστικά προς τη λεωφόρο. Θα έπαιρνα το λεωφορείο για το σιδηροδρομικό σταθμό, κι ύστερα το πρώτο τρένο για το βορρά. Ήταν η κατάλληλη εποχή για ταξίδια, όμορφα μοναχικά ταξίδια, σαν αυτά που ονειρευόταν η κοπέλα του καφενείου. Φυσούσε, και γω τύλιξα καλά το κασκόλ στο λαιμό μου, για να προστατεύσω τη ζέστη του νότου που έκαιγε μέσα μου.