Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Σιωπηλό ταξίδι

Μία πόρτα τουαλέτας άνοιξε τρίζοντας. Δεν ακούστηκε καζανάκι. Από μέσα βγήκε ένας μικροκαμωμένος κύριος, αδύνατος, με λιπαρά μαλλιά άτσαλα χτενισμένα προς τα πίσω. Περπάτησε παράλληλα με τον τοίχο, στον οποίο υπήρχαν νιπτήρες, και από πάνω τους βρόμικοι καθρέφτες. Σταμάτησε στον τελευταίο και άνοιξε τη βρύση. Πίσω του, κάποιος κατουρούσε όρθιος. Άφησε τη βρύση να τρέχει μέχρι ο άλλος να κουμπώσει το παντελόνι του, να σκουπίσει τα χέρια του στις κωλότσεπες και να βγει έξω. Ύστερα, έβρεξε τα χέρια του και με πολύ προσεχτικές κινήσεις τα σαπούνισε. Με καθαρά πλέον χέρια, έβγαλε τα μεταλλικά γυαλιά του, τα δίπλωσε και τα έχωσε στην τσέπη του λευκού πουκάμισού του. Έκλεισε τα μάτια και έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο, τίναξε τις σταγόνες από τις παλάμες και τις πέρασε από τα μαλλιά του.

Βγήκε από τις τουαλέτες περπατώντας αργά και αποφασιστικά. Έφτασε στο ταμείο και ζήτησε ένα σκέτο καφέ, σε πλαστικό, για το δρόμο. Περίμενε υπομονετικά να του τον ετοιμάσει η κοπέλα, διαβάζοντας το φύλλο παραπόνων που βρισκόταν πάνω στον πάγκο. Πλήρωσε με κέρματα και ρώτησε ευγενικά τι ώρα ήταν. Είχε περίπου ένα τέταρτο στη διάθεσή του προτού ξεκινήσει. Κάθισε σε ένα άδειο τραπεζάκι έξω από την είσοδο του μαγαζιού, άπλωσε τα πόδια του στη διπλανή καρέκλα και άναψε ένα τσιγάρο. Κάπνιζε σιωπηλός παρακολουθώντας τα αυτοκίνητα να περνούν στο μεγάλο αυτοκινητόδρομο μπροστά του, γνωρίζοντας πως σε λίγα λεπτά θα ήταν κι αυτός ανάμεσά τους.

Όταν η γόπα άρχισε να του καίει τα δάχτυλα, την πέταξε κάτω, την πάτησε καλά με τον πάτο του παπουτσιού του και σηκώθηκε. Έριξε μια ματιά στην κοπέλα που έφτιαχνε τους καφέδες, η οποία στηριζόταν με τους αγκώνες στον πάγκο και κοιτούσε κι αυτή μελαγχολικά όλο ευθεία μπροστά. Δεν ήθελε να της χαλάσει την ησυχία, και αποφάσισε να καταπνίξει την επιθυμία να την αποχαιρετίσει. Κατέβηκε τα σκαλιά και προχώρησε προς μία από τις σταθμευμένες νταλίκες. Ξεκλείδωσε την πόρτα και χώθηκε στη θέση του οδηγού. Ακούμπησε το πλαστικό με τον καυτό καφέ στη θέση δίπλα στο χειρόφρενο, έβγαλε τα μυωπικά γυαλιά και φόρεσε γυαλιά ηλίου, για να παλέψει τις αντανακλάσεις του ήλιου στην άσφαλτο. Έψαξε στο ντουλαπάκι του συνοδηγού να βρει την κατάλληλη κασέτα, την έχωσε στην υποδοχή και ακούστηκε καθαρή η φωνή ενός νέγρου μπλουζίστα.

Έβαλε όπισθεν, ξεκίνησε το αυτοκίνητο, ξεπάρκαρε και σε ελάχιστα λεπτά ήταν πάλι στο δρόμο. Στην ουσία, ήταν στο δρόμο τις τελευταίες 14 ώρες. Πρώτα το ταξίδι με το καράβι από το μακρινό νησί του νότου, κι ύστερα οδήγηση στην ενδοχώρα για να φτάσει στα βόρεια-εδώ που βρίσκεται τώρα. Του μένουν άλλες τέσσερις ή πέντε ώρες οδήγηση σε αυτόν τον αυτοκινητόδρομο, που κινείται σε μεγάλο υψόμετρο αλλά παράλληλα με τη θάλασσα, έτσι ώστε να μπορείς να βλέπεις στα δεξιά τις μικρές λουτροπόλεις του βορρά, ανάμεσα σε μικρούς κόλπους, προτού στρίψει προς τα βουνά. Από εκεί, δε δύο-τρεις ώρες θα συναντήσει το πρώτο συνοριοφυλάκιο. Θα το προσπεράσει και θα συνεχίσει την πορεία του για άλλη μιάμιση ώρα μέχρι την πρώτη κωμόπολη που θα βρει στη γειτονική χώρα. Θα διανυκτερεύσει, και την επόμενη θα συνεχίσει το ταξίδι του για το επόμενο συνοριοφυλάκιο, την επόμενη κωμόπολη που θα τον φιλοξενήσει για μια νύχτα, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε το δρομολόγιο και αυτή ίσως να ήταν η αιτία που δεν είχε πανικοβληθεί. Ήξερε πολύ καλά, με την παραμικρή λεπτομέρεια, κάθε σημείο του ταξιδιού. Κάθε κομμάτι του δρόμου, από την πιο επικίνδυνη στροφή μέχρι κάποιες ατελείωτες ευθείες, στις οποίες επέτρεπε στον εαυτό του να κοιτάξει μακριά στον ορίζοντα, τα απέραντα βοσκοτόπια, τη σκούρα θάλασσα ή τα αφιλόξενα φώτα κάποιας μακρινής πολιτείας. Ήξερε πολύ καλά πού θα πάρκαρε για να κοιμηθεί, σε ποιο μέρος είχε ησυχία και σε ποιο όχι, ακόμη και σε μια ξένη χώρα. Ήξερε πού θα έτρωγε και πού θα έπινε καφέ, και αυτό του έδινε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Αλλά εκείνο που περίμενε περισσότερο ήταν μια φευγαλέα στιγμή σε τούτο εδώ το κομμάτι της διαδρομής. Ανυπομονούσε για τη φευγαλέα ματιά που θα έριχνε από ψηλά, με το τιμόνι στα χέρια, κουμαντάροντας τόσους τόνους, στο μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι στο οποίο είχε περάσει κάποια καλοκαίρια πριν από πολλά, πάρα πολλά για να τα θυμάται (και πολύ στενάχωρο για να τα μετρήσει) χρόνια. Θα κοιτούσε από ψηλά στις κεραμιδένιες στέγες και ύστερα, για χιλιόμετρα ολόκληρα, θα θυμόταν ηρωικές και μισοξεχασμένες ιστορίες.

Την πρώτη φορά που συνειδητοποίησε πως αυτό ήταν το χωριό των παιδικών του χρόνων, τον είχε πιάσει μία απρόσμενη ταραχή. Είχε τραβήξει την νταλίκα στο πλάι και είχε βγει έξω, να κοιτάξει για τα καλά. Μια μεγάλη αμμουδιά με μικρά εξοχικά σπιτάκια σπαρμένα πάνω στην ακτογραμμή. Εκεί, σε αυτήν την παραλία είχε κολυμπήσει για πρώτη φορά, πρωτόβγαλτος και γυμνός, με τ' άλλα παιδάκια του χωριού. Εκεί κάτω, ένα ξημέρωμα είχε μπει στη βάρκα του παππού του, νεκρός χρόνια πια, και είχαν περάσει ώρες ατελείωτες αμίλητοι πάνω από τις πετονιές, να βγάζουν ψάρια και αυτός σε κάθε τίναγμα του φελλού να εκτινάσσεται ολόκληρος, σαν να τον χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Που τον χτύπησε δύο φορές: την πρώτη, ακούμπησε το ψυγείο στο φούρνο και τον διαπέρασε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα που θα το θυμόταν ακόμη κι αυτή τη στιγμή που οδηγούσε βουβός. Τη δεύτερη, κάποιο μεσημεράκι, μία κοπέλα χωρίς όνομα πια, είχε πλέξει τα δάχτυλά της στα δικά του και τον είχε φιλήσει απαλά στα χείλη, κι εκείνος από περιέργεια, είχε αφήσει τα μάτια ανοιχτά, και ακόμα θυμόταν, κάπως παράλληλα με την ανάμνηση του ρεύματος, την όψη της επιδερμίδας της, ηλιοκαμμένη και αλατισμένη, από απόσταση αναπνοής.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Από τη στιγμή που αντίκρισε ξανά αυτό το μέρος, ήταν σαν να θυμήθηκε ένα κομμάτι της ζωής του πλήρως ξεκομμένο από τα υπόλοιπα ασύνδετα κομμάτια. Ήταν ένα μέρος στο οποίο είχε κρύψει τόσες ευχάριστες αναμνήσεις, όχι απαραίτητα σπουδαίες, αλλά αναμνήσεις που ήταν ακόμη ηλιόλουστες και ξένοιαστες. Από ταξίδι σε ταξίδι, επένδυε σε αυτό το κομμάτι και άλλες θυμήσεις, αληθινές στην αρχή, από κείνες τις μέρες που περνούσε όλη μέρα μακριά από το σπίτι, κι όμως τόσο κοντά, τις εκδρομές, τους φίλους, τις ιστορίες του παππού, που τις θυμόταν λέξη λέξη. Κι ύστερα, έφερνε στην επιφάνεια κι άλλες ιστορίες, κι άλλες εικόνες και άλλα πρόσωπα, και πάσχιζε να τα χωρέσει σε αυτό το διάστημα των τεσσάρων-πέντε καλοκαιριών. Στην αρχή πίεζε τον εαυτό του να θυμηθεί, κι αμέσως μετά γελούσε ή κάγχαζε θριαμβευτικά, περήφανος που μπορούσε να θυμηθεί τόσες λεπτομέρειες, χτυπούσε τα δάχτυλά του ρυθμικά στο τιμόνι και δυνάμωνε τη μουσική στο κασετόφωνο, για να διασκεδάσει τις ενοχές ή να επενδύσει τις ψεύτικες αναμνήσεις.

Μέσα του είχε γεννηθεί ξεκάθαρα πλέον η επιθυμία να γυρίσει. Κι επειδή ήταν μάλλον αδύνατον να γυρίσει το χρόνο πίσω, ήθελε να γυρίσει σ' εκείνο το χωριουδάκι. Είχε σχηματίσει την επιστροφή στο μυαλό του με μπόλικες λεπτομέρειες, τις οποίες αναπροσάρμοζε κάθε φορά, ανάλογα με τα κέφια του, την εποχή, το τραγούδι που έπαιζε. Σ' ένα ταξίδι, θα έστριβε στην έξοδο και θα κατέβαινε τις στροφές με τη βεβαιότητα του οδηγού που κάνει την ίδια διαδρομή ξανά και ξανά. Θα παρκάρει τη νταλίκα κοντά στο σπιτάκι που νοίκιαζε ο παππούς του, και από κει θα περπατήσει ξυπόλητος στην αμμουδιά, θα γδυθεί και θα βουτήξει στην παγωμένη θάλασσα. Θα κολυμπήσει για ώρες ατελείωτες σαν να ήτανε δώδεκα χρονών και θα βγει μόνος, όταν θα έχουν μουλιάσει όλα πάνω του. Θα φάει ένα μεζέ στο καφενείο του χωριού και θα πιει ένα τσίπουρο στην υγεία όσων. Προσώπων και στιγμών. Θα πιάσει κουβέντα με ένα γέροντα που θα κάθεται μόνος, θα τον ρωτήσει ποιος είναι και ποιανού είναι, και όταν αυτός απαντήσει, ο γέροντας θα τον θυμηθεί. Και μετά, θα χωθεί πάλι στην καμπίνα του και θα οδηγήσει νυχθημερόν, με το παγωμένο χαμόγελο στο στόμα και το αλάτι ακόμη στο νερουλό κορμί του, θα οδηγήσει δίχως να κάνει στάσεις, για να καλύψει το χαμένο χρόνο αλλά κι επειδή δεν θα χρειαζόταν πια άλλη ξεκούραση.

Παρ' όλ' αυτά, δεν είχε τολμήσει ακόμα να στρίψει στην πάροδο. Και ούτε αυτή τη φορά το έκανε. Προσπέρασε τις ταμπέλες που έδειχναν την έξοδο και πάτησε γκάζι. Εκείνη την ώρα η κασέτα τελείωσε, την έβγαλε και την έβαλε από την ανάποδη. Μετά από ένα χαρακτηριστικό ήχο, σαν σύρσιμο, ακούστηκαν οι πρώτες νότες από το chill out του john lee hooker, κι εκείνος αναπαύτηκε στη θέση του και συνειδητοποίησε ότι πράγματι, τα πράγματα θα άλλαζαν- και όλα θα πάνε καλά. Κάποια από αυτές τις ημέρες. Ίσως και να ήταν αυτή. Ο δρόμος μπροστά του ανοιγόταν άδειος και ηλιόλουστος, και ο οδηγός είχε αφαιρεθεί, μπερδεμένος ανάμεσα σε σκέψεις, εικόνες και μουσική, που παραλίγο να μη δει την κοπέλα, η οποία από την άκρη του δρόμου έκανε σινιάλο με το δεξί χέρι απλωμένο και τον αντίχειρα ανασηκωμένο.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Φυσικά, έκοψε ταχύτητα, δίνοντας χρόνο στον εαυτό του να σκεφτεί. Δεν είχε πάρει ποτέ συνεπιβάτη. Ποτέ δεν του είχε τύχει να του κάνει κάποιος οτοστόπ, και θα ορκιζόταν πως στους όρους του συμβολαίου του απαγορευόταν ρητά, αλλά το πόδι του πίεζε ανεπαίσθητα το φρένο και το δεξί του χέρι κατέβαζε ταχύτητες. Μπροστά του, η μικροσκοπική φιγούρα της κοπέλας ολοένα και μεγάλωνε, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ήταν νεαρή και όμορφη, με κοντά ξανθά μαλλιά και καστανά μάτια. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι και ένα μάλλινο πουλόβερ από πάνω, και στην πλάτη είχε περασμένο ένα μεγάλο ταξιδιωτικό σάκο. Πλησίασε στο παράθυρο και ρώτησε χωρίς να χάσει το χαμόγελό της, αν μπορούσε να ανέβει, κι εκείνος της έκανε νόημα. Η κοπέλα έτρεξε από την άλλη πλευρά, σκαρφάλωσε, πέταξε τον σάκο της πίσω και σταύρωσε τα χέρια, κοιτώντας ευθεία μπροστά. Ο οδηγός έβαλε μπροστά και ξαναβγήκε στο δρόμο.

Μετά από κάποια αμήχανα λεπτά που πέρασαν σιωπηλά, Η κοπέλα προσπάθησε να πιάσει κουβέντα. Συστήθηκε-την έλεγαν Ο.- και άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Είχε σπουδάσει φιλολογία σε μία μεγάλη πόλη και όταν ξαναγύρισε στο χωριό της, δεν τη χωρούσε ο τόπος. Δουλειά δεν υπήρχε, ούτε διορισμός ούτε ιδιαίτερα, μιζέρια και γκρίνια από τους δικούς της, μίζεροι και αδιάφοροι οι άνθρωποι του χωριού, ακόμα και οι συνομήλικοι της- ακόμα και οι παιδικοί της φίλοι  της φαινόντουσαν γέροι πριν την ώρα τους, της έλειπε η ζωή, όχι η ζωή στην πόλη αλλά η ζωή γενικότερα, κι έτσι φόρτωσε τα απαραίτητα στο σάκο-τον έδειξε εκείνη τη στιγμή-και έφυγε. Προς τα πού δεν ήξερε, αλλά ήξερε ότι αν έφευγε όλα θα ήταν εντάξει. "Αυτή ήταν η ιστορία μου, λοιπόν".

"Αν και μάλλον θα ξαναγυρίσω σύντομα. Μου αρκεί πως ξέρω ότι μπορώ ανά πάσα στιγμή να βγω στο δρόμο και να φύγω προς τα κάπου".

Εκείνος την άκουγε σιωπηλός. Η Ο. περίμενε για λίγο μήπως της απαντήσει και όταν είδε πως δεν επρόκειτο, τον ρώτησε αν μπορούσε να καπνίσει. Ο οδηγός έστρεψε απότομα το βλέμμα του πάνω της και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Εκείνη έβγαλε τον καπνό της και άρχισε να στρίβει. "Αρκεί να μου στρίψεις κι εμένα ένα", συμπλήρωσε. Ύστερα από λίγο του έδωσε ένα τσιγάρο, εκείνος το έβαλε στο στόμα του, εκείνη του το άναψε, άναψε και το δικό της και ξεφύσηξαν τον καπνό σχεδόν ταυτόχρονα.
"Στ. Έτσι με λένε."

Τον ρώτησε πού ταξιδεύει κι εκείνος της εξήγησε τη διαδρομή, με όλα τα σημεία που άξιζε να δει κανείς. Μετά, τον ρώτησε αν ήξερε καθόλου αυτά τα μέρη κι εκείνος μπήκε στον πειρασμό να της μιλήσει για τα παιδικά του καλοκαίρια. Δίστασε όμως, φοβήθηκε μήπως δεν καταλάβει τι ακριβώς σήμαιναν εκείνες οι αναμνήσεις, κι έτσι ανέφερε κάπως αδιάφορα πως είχε περάσει ήδη μπόλικες φορές και πιθανόν να ξαναπερνούσε άλλες δυο-τρεις μέχρι να έρθει η άνοιξη.

Η κουβέντα χάθηκε, κι ύστερα από λίγο, αφού κάπνισαν από ένα ακόμη τσιγάρο, η κοπέλα του ζήτησε να σταματήσει για να κατέβει, κι εκείνος έβγαλε αλάρμ και βγήκε στο πλάι. Η Ο. πήρε το σάκο της, άνοιξε την πόρτα, αλλά προτού κατέβει εκείνος της είπε πως αν ήθελε, μπορούσε να έρθει μαζί του. Θα ταξίδευαν στις δυο γειτονικές χώρες, θα έκαναν τις παραδόσεις, και σε μία βδομάδα ακριβώς θα την έφερνε ο ίδιος σπίτι. Εκείνη κοντοστάθηκε μπερδεμένη, του είπε πως όχι δεν γίνεται και πως μάλλον έπρεπε να γυρίσει πίσω. Άνοιξε το στόμα να πει κάτι ακόμα, αλλά τον κοίταξε απλώς και δεν μίλησε, είπε κάτι σαν αντίο ή καλό ταξίδι και ξεκίνησε να βαδίζει γρήγορα με το κεφάλι σκυφτό.

Ο Στ. ξεκίνησε πάλι. Είχε αρχίσει να απογευματιάζει όταν ο δρόμος πήρε μια αριστερή στροφή, προς τα βουνά του βορρά. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και η διαδρομή σερνόταν σαν φίδι ανάμεσα στο πυκνό δάσος- κι έδενε αρμονικά με τα συναισθήματά του. Αναπόφευκτα, ήρθε στο μυαλό του μία ανάμνηση που είχε απωθήσει πολύ πίσω, τόσο πίσω ώστε μέχρι αυτή τη στιγμή να την είχε μετατρέψει σε μία φωτογραφία, σε ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι, ανίκανο να του προκαλέσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Θυμήθηκε το τελευταίο καλοκαίρι: είχε γυρίσει σούρουπο σπίτι, αποκαμωμένος από το κολύμπι και τα παιχνίδια στη θάλασσα και, παρ' ότι καλοκαίρι, ο καιρός ήταν και τότε συννεφιασμένος. Στην αυλή του σπιτιού, είχε βρει τη μητέρα του να κλαίει καθισμένη στα πλακάκια μόνη της. Μόλις τον είδε, έτρεξε πάνω του, τον άρπαξε από τους ώμους και άρχισε να τον ταρακουνάει, κλαίγοντας και παραμιλώντας. Ακούγοντας τις φωνές, ο πατέρας του είχε βγει από τον σπίτι, τον είχε πάρει και είχαν περπατήσει στην παραλία. Ο πατέρας του ήταν βλοσυρός αλλά δεν έκλαιγε. Του μιλούσε αργά και σταθερά, αλλά σαν να μιλούσε σε κάποιον συνομήλικό του- ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο, και δεν θα ακολουθούσαν πολλές ακόμα. Του εξήγησε τα πάντα. Ο παππούς πέθανε.

 Συνέχισε να οδηγάει. Έξω είχε σκοτεινιάσει και ψιχάλιζε. Η κασέτα είχε πάψει από ώρα να παίζει αλλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Θυμόταν πλέον τα πάντα, σαν να τα έβλεπε μπροστά του. Εκείνο το απόγευμα είχε καθίσει στην παραλία μόνος του, πετώντας πέτρες στη θάλασσα και κλαίγοντας. Ο πατέρας του τον είχε αφήσει από ώρα, και κανείς δεν ήρθε να τον μαζέψει. Δεν γύρισε σπίτι, κοιμήθηκε κουλουριασμένος σε μια παρατημένη βάρκα και το ξημέρωμα πήδηξε πάνω από το πορτάκι, στην πίσω πλευρά του κήπου και πλύθηκε στο λάστιχο. Ύστερα,βγήκε στην μπροστινή αυλή, από την πλευρά της θάλασσας, και βρήκε τη μητέρα του με μαύρα μάτια να κοιτάζει μπροστά, τον ήλιο να ανατέλλει. Την σκούντηξε απαλά κι εκείνη, χωρίς να μιλήσουν, τον φίλησε στα μαλλιά και του έφερε καθαρά ρούχα. Και πιο μετά, τον πήρε από το χέρι να πάνε στην εκκλησία, στην άκρη της παραλίας.

 Την ονειροπόληση διέκοψε το τέλος του δρόμου- το συνοριοφυλάκιο. Κατέβηκε, έδειξε τα έγγραφά του (ταυτότητα, διαβατήριο, άδεια), άνοιξε τις βαριές πόρτες της νταλίκας και άφησε τους συνοριοφύλακες να ελέγξουν όσο εκείνος στεκόταν όρθιος δίπλα στο όχημα καπνίζοντας. Του έκαναν νόημα να μπει ξανά και να ξεκινήσει κι εκείνος τους απάντησε "μόλις τελειώσω" και τους χαμογέλασε βεβιασμένα δείχνοντάς τους το τσιγάρο που έκαιγε για να καταλάβουν. Τόσο καιρό που έκανε τη διαδρομή δεν είχε πετύχει ποτέ ίδιο φύλακα. Θα του άρεσε να είχε κάποιο γνωστό στα σύνορα, να τον περιμένει κάθε φορά, να τον καλωσορίζει όταν φτάνει και να τον αποχαιρετά καθώς επιστρέφει, να του λέει στο επανιδείν κι εκείνος να απαντάει ότι θα ξανάρθει σε δυο μήνες πάλι. Και κάθε φορά θα του έφερνε και κάτι, έτσι σαν δώρο, άλλωστε μουσαφίρης στη χώρα του ήτανε, και ο άλλος θα του έλεγε όχι και δεν έπρεπε, στη γλώσσα του, κι εκείνος θα καταλάβαινε και θα γελούσαν μαζί, πριν ξεκινήσει πάλι.

Ο δρόμος συνέχιζε να σέρνεται μέσα στο βουνό. Όταν οδηγάς τόσες ώρες έχεις μπόλικο χρόνο να σκεφτείς για διάφορα ζητήματα. Και είναι ωραία να έχεις μία Ο. δίπλα σου να μιλάει, να σου χαμογελάει, και θα ήθελε να την είχε τώρα μαζί του- ίσως να είχε αποφύγει τους άκαιρους και μάλλον ακατανόητους συναισθηματισμούς. Την καταλάβαινε όμως. Ούτε ο ίδιος θα ήθελε να περάσει μια βδομάδα στο δρόμο μ' έναν φορτηγατζή που μετά βίας έλεγε πέντε κουβέντες, και αυτές ήταν πάντα για τη διαδρομή. Πάντα το ίδιο πράγμα συνέβαινε και η ιστορία του ήταν γνώριμη πια. Δεν μπορούσε να συζητήσει με κάποια, ένιωθε το στομάχι του να δένεται κόμπος. Παρ' όλ' αυτά, είχε πράγματα να πει. Είχε. Απλώς δεν ήξερε το πώς. Αλλά, ακόμη κι αν ήξερε, δεν είναι καθόλου σίγουρο αν θα μιλούσε. Γιατί οι άνθρωποι δεν ανοίγονται έτσι απλά, σε όποιον τύχει να καθίσει στη θέση του συνοδηγού.

Πάντα το ίδιο πράγμα. Κι έτσι είχε χάσει και φίλους κι γκόμενες και γνωριμίες. Όσο ένιωθε ο άλλος να ενοχλείται από τη σιωπή του, τόσο αυτός κλεινόταν στον εαυτό του και εγκλωβιζόταν εκεί, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε απόπειρά του να επικοινωνήσει να κατέληγε σε φιάσκο, σαν να προσπαθεί μια φώκια να έρθει σε επαφή με μια ομάδα λουομένων. Οι κινήσεις του γίνονταν αδέξιες, οι φράσεις του αβέβαιες αργά ή γρήγορα τα παρατούσε. Για ένα διάστημα τον είχε αντέξει μια κοπέλα. Ήταν μαζί για πολύ καιρό, μπορεί και εφτά-οχτώ χρόνια. Χώρισαν ένα καλοκαιρινό βράδυ στο μπαλκόνι του σπιτιού τους. Εκείνη του είχε βάλει τις φωνές, γιατί δεν μιλούσε, γιατί δεν έλεγε ποτέ τίποτα και δεν το άντεχε άλλο αυτό, κι ύστερα έβαλε τα κλάμματα, του είπε πολλά εκείνο το βράδυ, του είπε για διάφορα ξενοπηδήματα, τον έβριζε και τον κατηγορούσε. Ο Στ. δεν είχε μιλήσει. Αργότερα το ίδιο βράδυ, την άφησε να κλαίει στο μπαλκόνι και πήγε να κοιμηθεί. Το πρωί, εκείνη είχε μαζέψει τα πράγματά της. Από τότε δεν την είχε δει. Από τότε εκείνος όμως είχε παρατήσει τη δουλειά του, στην ασφαλιστική εταιρεία, είχε βγάλει άδεια οδηγού νταλίκας κι έκτοτε, πάνε τώρα πια δεκαεφτά χρόνια, οδηγούσε τεράστιες διαδρομές σιωπηλός, χαμένος στις σκέψεις και στις μουσικές του. Αλλά είχε πράγματα να πει, είχε πολλά. Δεν είχε όμως κανέναν. Και δεν ήξερε πώς.

Έφτασε, βράδυ, στην κωμόπολη. Μία πόλη ξεχασμένη στο χρόνο, φτωχή και γκρίζα. Δεν είχε όρεξη να φάει ούτε διάθεση να περπατήσει. Πάρκαρε κατευθείαν στην καβάτζα που είχε βρει σε κάποιο προηγούμενο ταξίδι. Έκανε δυο-τρεις βόλτες γύρω από την νταλίκα για να ξεμουδιάσει και κατούρησε σ' ένα θάμνο. Με ευχαρίστηση είδε τα κάτουρα να δημιουργούν υδρατμούς στο κρύο. Χώθηκε πάλι στην νταλίκα και ξάπλωσε στο κρεβατάκι πίσω από τις μπροστινές θέσεις. Άναψε το φως από πάνω και πήρε στα χέρια του ένα βιβλίο. Είχε τη δική του βιβλιοθήκη ταξιδιού, την οποία ανανέωνε πριν κάθε εκδρομή. Του άρεσαν τα διηγήματα με τους σιωπηρούς αντιήρωες που τα έκαναν όλα λάθος. Του άρεσαν τα διηγήματα με τις ξερές περιγραφές, με τη σκληρή γλώσσα, τα διηγήματα που δεν φοβόντουσαν να σταθούν όρθια μπροστά στην πραγματικότητα και να της ρίξουν δύο σφαίρες στο κεφάλι. Ήθελε να διαβάζει όμως και για όμορφες και μυστήριες κοπέλες, ήθελε να διαβάζει για άλλους τόπους, μακρινούς και ξένους, που ίσως μια μέρα να επισκεπτόταν οδηγώντας, του άρεσε το μυστήριο και η ένταση της εσωτερικής αφήγησης.

Το πιο σημαντικό απ' όλα, ήθελε να μάθει πολλές πολλές πολλές ιστορίες, γιατί ίσως κάποια μέρα να 'βγαινε στην έξοδο της παραθαλάσσιας κωμόπολης του κάποτε, και καθώς θα στεκόταν μόνος στην άδεια παραλία ή σ' ένα ξύλινο τραπέζι του καφενείου, να τον πλησιάσει εκείνη η καλοκαιρινή κοπέλα, και αυτός θα 'χει να της πει ιστορίες για ό,τι τραβάει η ψυχή της, και ίσως να κερδίσει ένα ακόμα φιλί, ίσως να κερδίσει άλλη μια ευκαιρία να δει από κοντά την σκούρα επιδερμίδα της και να μυρίσει πάνω της όλο το αλάτι της θάλασσας, ακόμη κι αν αναγκαστεί να της πει τη μοναδική ιστορία που έζησε αληθινά, για έναν παππού μέσα σ' ένα φέρετρο σ' ένα παραθαλάσσιο δρομάκι και για έναν σιωπηλό πιτσιρικά που πετάει πέτρες στη θάλασσα.

Με κάτι τέτοιες σκέψεις κοιμήθηκε. Άλλωστε, το πρόγραμμα είχε για αύριο πρωινό ξύπνημα, διότι η διαδρομή γινόταν μεγαλύτερη και δυσκολότερη.