Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Μαύρες Τρύπες

Είδα την ταμπέλα πάνω στην εθνική και λίγο πιο κάτω έστριψα στα δεξιά. Μία τεράστια αμμουδιά. Είναι Οχτώβρης και φυσάει. Η θάλασσα είναι ανταριασμένη. Ψηλά, σύννεφα. Και γλαροπούλια. Με μεγάλα λευκά φτερά. Συμπαθητικά πουλιά. Σαν λευκά κοράκια. Μυρίζουν το θάνατο, την παρακμή, και βουτούν. Πάντα με το κεφάλι.

Πάρκαρα το σκονισμένο αυτοκίνητο στην ακρογιαλιά. Το καστανόξανθο κορίτσι βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και φόρεσε τα γυαλιά ηλίου. Χαμογέλασα. Με είδε και μου 'κανε μία άσεμνη χειρονομία. Ύστερα, άρχισε να περπατά δίπλα στα κύματα, κι εγώ την ακολούθησα. Βάδιζε αργά, με μία χαρακτηριστική βαρεμάρα, έτοιμη να σωριαστεί σε κάθε βήμα.

Έβγαλα τα παπούτσια μου και γύρισα προς τα πάνω τα μπατζάκια του παντελονιού μου. Εκείνη δεν την ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ξυπόλητη περπατούσε. Μία τσιγγάνα της είχε πει κάποτε πως οι ξυπόλητοι άνθρωποι είναι οι πιο ερωτικοί. Δεν την ένοιαζε ούτε και που βρεχόταν η φούστα της. Έλεγε πως απ' όλες τις αγαπημένες της μυρωδιές, στον τάφο θα 'παιρνε τη θαλασσινή αρμύρα.

Μία κωμόπολη στο πλάι της εθνικής. Πάνω στη θάλασσα. Γύρισε και με κοίταξε με το ειρωνικό της βλέμμα. Μου έδειξε το νερό και χαμογέλασε και μου ψιθύρισε "στο βυθό, μια και καλή". Χωρίς να περιμένει απάντηση έτρεξε μερικά βήματα και κλώτσησε ένα κύμα λίγο πριν σκάσει. Και γω, αργά, την παρακολουθούσα, με ένα ενδιαφέρον, όπως ο ευγενικός θείος προσέχει την αγαπημένη του ανιψιά όταν εκείνη κάνει χαζομάρες.

Με τα χέρια στην τσέπη κι ένα τσιγάρο στο στόμα. Ο αέρας ανέμιζε για λίγο τη γραβάτα μου, σαν να με έσπρωχνε να τρέξω με το καστανόξανθο κορίτσι. Μου ήταν αδύνατον όμως να ξεφύγω από την απάθεια της στιγμής, τη συνειδητοποίηση ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει και πως δεν πρέπει να το διακόψω. Ήμουν έτοιμος να μαζεύω κάθε κόκκο άμμου που είχε πατήσει, κάθε στάλα θαλασσινού νερού που είχε κλωτσήσει, να τα κλείσω σ' ένα κουτί για να τα παραδώσω στις επόμενες γενιές.

Τότε μου έδειξε ένα λούνα παρκ. Φυσικά, δε θα της χαλούσα χατίρι. Ένας γέρος με μακριές κατάλευκες φαβορίτες μας έκοψε εισιτήρια στην είσοδο και μας οδήγησε στα συγκρουόμενα. Μπήκαμε σε δύο κίτρινα φθινοπωρινά αυτοκινητάκια και κάναμε άσκοπους γύρους. Ύστερα, εκείνη βάλθηκε να με κυνηγά και γω με απότομες κινήσεις να την αποφεύγω, μέχρι να με πλησιάσει τόσο πολύ που ήταν αδύνατον. Η σύγκρουση μας προκάλεσε τρελά γέλια.

Την πήρα αγκαλιά και της είπα στ' αλήθεια πως πρέπει να γίνουμε γκάνγκστερ. Πληρωμένοι δολοφόνοι. Ληστές τραπεζών. Μπόνι και Κλάιντ. Μπάαντερ και Μάινχοφ. Σ' ένα αυτοκίνητο. Με τα αυτόματα ανά χείρας. Γέλασε και μου ζήτησε ένα γλειφιτζούρι και γω πήρα τα γυαλιά της και πυροβόλησα ένα προς ένα όλα τα κουτάκια με τους στόχους. Ο γέρος με τις κατάλευκες φαβορίτες μου έδωσε ένα λούτρινο αρκουδάκι, η κοπέλα με τα καστανόξανθα μαλλιά άπλωσε το χέρι δήθεν αδιάφορα, εγώ έριξα τα γυαλιά στη μύτη και της το φίλησα.

Η ρόδα είχε ύψος μεγαλύτερο από κάθε πολυκατοικία της κωμόπολης. Δε νομίζω ότι είχε γυρίσει εδώ και καιρό. Από τότε που το καλοκαίρι τελείωσε και οι μέρες μίκρυναν. Καθίσαμε δίπλα δίπλα και ανεβήκαμε αργά ως τον ουρανό, ανάμεσα στα λευκά κοράκια, και προτού ξανακατεβούμε στη γη, μοιραστήκαμε σιωπηλά ένα τσιγάρο κοιτάζοντας τη θάλασσα στα μάτια και δίνοντας σιωπηλά ο καθένας μία υπόσχεση.

Φύγαμε από το λούνα παρκ χέρι χέρι και καθίσαμε σ' ένα παγκάκι να φάμε παγωτό. Ένα αγόρι, από αυτά που μεγαλώνουν στην κωμόπολη και δεν πάνε στην πόλη παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά, έβαζε στις θέσεις τους τις άδειες καρέκλες ενός άδειου καφενείου. Έριχνε κλεφτές ματιές στην καστανόξανθη κοπέλα. Της τον έδειξα, μου χαμογέλασε και έγλειψε πρόστυχα το παγωτό της. Πήρε τα γυαλιά της από το πρόσωπό μου και τα ξαναφόρεσε. Πήγε κοντά του, συνεχίζοντας να γλείφει το παγωτό.

Μίλησαν για λιγότερο από πέντε λεπτά κι έφυγαν. Εκείνος μπροστά κι εκείνη από πίσω του. Εγώ άναψα ένα ακόμη τσιγάρο και κοίταξα πίσω μου τη θάλασσα. Τι παράξενη μέρα. Τι παράξενο μέρος. Τρεις κοπέλες πέρασαν από μπροστά μου. Τους φώναξα, πού πάτε, τι κάνετε, ποιες είστε. Με κοίταξαν παραξενεμένες. Και γω τις ρώτησα με πιο γλυκιά φωνή "που ονειρεύεστε να ταξιδέψετε;". Τα κορίτσια, πρέπει να ήταν 15-16 χρονών, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ύστερα με κοίταξαν. Τους χαμογέλασα και ρώτησε με ειλικρίνεια "τι ονειρεύεστε;" κι αυτές έφυγαν γρήγορα.

Η μία όμως, ένα κορίτσι με μαύρες αφέλειες και μεγάλα παιδικά μάτια, γύρισε μ' ένα παράξενο χαμόγελο και μου ψιθύρισε στ' αυτί "εγώ ονειρεύομαι να ταξιδέψω στο διάστημα. Κι από απόψε, θα ονειρεύομαι εσένα". Κι έφυγε, κουνώντας το σώμα σαν να ήξερε. Ήμουν σίγουρος πως το μουνί της θα έσταζε όταν μου ψιθύριζε, γιατί εκτός από την αλμύρα, μπορούσες να μυρίσεις στον αέρα και την καύλα.

Το κορίτσι με τα καστανόξανθα μαλλιά ήρθε αθόρυβα από πίσω μου και με αγκάλιασε. Μου έδωσε μία παγωμένη μπύρα και το πορτοφόλι του καημένου αγοριού. Τσουγκρίσαμε τα τσίγκινα κουτάκια και δε μιλήσαμε για λίγο. Ύστερα, εκείνη μου πρότεινε να γίνουμε ληστές τραπεζών αλλά να είμαστε παράλληλα και κοσμοναύτες, για να μπορούμε να κάνουμε αποδράσεις σε διαστημικούς σταθμούς και να κρυβόμαστε σε άγνωστους πλανήτες και ξένους γαλαξίες.

Μου ζήτησε πολύ ευγενικά να την παίρνω πιο συχνά αγκαλιές, και όταν περπατάμε σε παράξενες κωμοπόλεις να παριστάνουμε διάφορα λογοτεχνικά ζευγάρια, και μου ανακοίνωσε καθώς τα μάτια της βούρκωναν, πως πίστευε πως της ταίριαζε πάρα πολύ ο ρόλος της Σκάρλετ Ο' Χάρα, και πως αν δεν είχα αντίρρηση, την επόμενη φορά θα ήθελε στ' αλήθεια να είμαι ο Σιντ και να είναι η Νάνσυ, και, πραγματικά, ίσα που πρόλαβα ένα δάκρυ πριν στάξει από το πηγούνι της και της είπα πως άμα θέλει θα είμαι ο Ταρζάν αρκεί να είναι η Τζέην, και αυτό την έκανε να γελάσει αυθόρμητα, κάπως όπως παλιά, και τα δάκρυα πάγωσαν στα χαμογελαστά καστανά μάτια.

Κάπως έτσι, σιωπηλοί όπως πρέπει σε φιλμ νουάρ, περπατήσαμε πίσω στο αυτοκίνητο, έβαλα μπροστά και βγήκαμε στην εθνική. Νομίζω οδήγησα λίγα χιλιόμετρα ακόμα, προτού πέσουμε σ' εκείνη την καταραμένη μαύρη τρύπα και μπλέξουμε στ' αλήθεια: γιατί στ' αλήθεια μπλέξαμε. Και είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε στην αιωνιότητα την βόλτα στην παραλία και στην κωμόπολη, και είναι πραγματικά βασανιστήριο, γιατί η κοπέλα με τα καστανόξανθα μαλλιά και τα καστανά μάτια δε με φίλησε ούτε για μια φορά.